Open main menu

LSJ β

αἰπύνωτος

Contents

English (LSJ)

ον, A on a high mountain-ridge, of Dodona, A.Pr.830.

Greek (Liddell-Scott)

αἰπύνωτος: -ον, (νῶτον) ὁ ἔχων ὑψηλὰ τὰ νῶτα, ὁ ἐπὶ ὑψηλῆς ὀρεινῆς ῥάχεως κείμενος, περὶ τῆς Δωδώνης, Αἰσχύλ. Πρ. 830.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sur le dos ou le plateau d’une montagne.
Étymologie: αἰπύς, νῶτον.

Spanish (DGE)

-ον
• Prosodia: [-ῠ-]
situado en el escarpado espinazo de una sierra de Dodona, A.Pr.830.

Greek Monotonic

αἰπύνωτος: -ον, αυτός που έχει ψηλά τα νώτα, αυτός που βρίσκεται σε υψηλή ορεινή ράχη, λέγεται για τη Δωδώνη, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

αἰπύνωτος: расположенный высоко в горах, высокогорный (Δωδώνη Aesch.).

Middle Liddell


high-backed, on a high mountain-ridge, of Dodona, Aesch.

English (Woodhouse)

αἰπύνωτος = precipitous