Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴσθησις

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: αἴσθησις Medium diacritics: αἴσθησις Low diacritics: αίσθησις Capitals: ΑΙΣΘΗΣΙΣ
Transliteration A: aísthēsis Transliteration B: aisthēsis Transliteration C: aisthisis Beta Code: ai)/sqhsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A sense-perception, sensation, Philol.13, Archyt.1, Arist.APo. 99b35; τοῦ σώματος ἡ αἴ. Hp.VM9; πρὸς αἴσθησιν perceptibly, Ptol. Alm.1.10, etc.: in pl., the senses, Democr.9, al.; δι' ἑπτὰ σχημάτων αἱ αἰ. Hp.Vict.1.23, cf. Pl.Tht.156b, etc.: in sg. of the several senses, ἡ τοῦ ὁρᾶν αἴ. Id.R.507e; ἀπ' ὄψεως ἤ τινος ἄλλῃς αἰ. Id.Phlb.39b; organ or seat of sensation, X.Mem.1.4.6; πάσα, τὰς αἰ. ἐν τῇ κεφαλῇ εἶναι Arist.Fr.95, cf. Pr.958b16; αἴ. πημάτων perception, sense of... E.El.290; esp. of pain, Vett. Val.113.10. al.; also of the mind, perception, knowledge of a thing, ἐν αἰ. γενέσθαι τινός Plu.Luc.11, etc.; αἴ. ἔχειν τινός, = αἰσθάνεσθαί τινος, have a perception of a thing, Pl.Ap. 40c; περὶ ὑμῶν Tht.192b; πᾶσαν αἴσθησιν αἰσθάνεσθαι Phdr.240d; λαμβάνειν Isoc.1.47; ἐν αἰ. εἶναι Plot.4.7.15:—also of things, αἴσθησιν ἔχειν give a perception, i.e. become perceptible, serving as Pass. to αἰσθάνομαι, Th.2.61; more freq. αἴσθησιν παρέχειν Id.3.22, X.An.4.6.13, etc.; αἴ. ποιῆσαί τινι Antipho 5.44, cf. D.10.7; αἴ. παρέχειν τινός furnish the means of observing, Th.2.50; αἴ. ἐγένετο περί τινος D.48.16.    II in object. sense, impressions of sense, Arist.Metaph.980a22; stage-effects, Po. 1454b16; αἰσθήσεις θεῶν visible appearances of the gods, Pl.Phd.111b.    2 display of feeling, Arist.Rh.1386a32 (v.l.).    3 in hunting, scent, X.Cyn.3.5 (pl.).—Confined to Prose in early writers, exc. E. l.c., Antiph.196.5.

Greek (Liddell-Scott)

αἴσθησις: -εως, ἡ, ἡ διὰ τῶν αἰσθήσεων ἀντίληψις, ἰδίως διὰ τῆς ἀφῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ διὰ τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, κτλ., αἴσθ. πημάτων, ἀντίληψις, συναίσθησις, Εὐρ. Ἠλ. 290: ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τοῦ νοῦ, ἀντίληψις, γνῶσις πράγματός τινος, Πλουτ. Λούκουλλ. 11, κτλ. - Ἡ φράσις αἴσθησιν ἔχειν, εἶναι ἐν χρήσει: 1) ἐπὶ προσώπων, αἴσθησιν ἔχειν τινός, = αἰσθάνεσθαί τινος, ἢ τι, ἀντιλαμβάνεσθαι, Πλάτ. Ἀπολ. 40C. Θεαίτ. 192Β, ὡσαύτως, αἴσθησιν αἰσθάνεσθαι, Φαῖδρ. 240C., λαμβάνειν, Ἰσοκρ. 12C. 2) ἐπὶ πραγμάτων: παρέχω ἀντίληψιν, αἴσθησιν δηλ. εἶμαι ἀντιληπτός, γίνομαι ἀντιληπτός, καὶ οὕτω χρησιμεύει ὡς παθητικὸν τοῦ αἰσθάνομαι, Θουκ. 2. 61· συχνότερ. αἴσθησιν παρέχειν, ὁ αὐτ. 3. 22, Ξεν. Ἀν. 4. 6. 13, κτλ.· αἴσθησιν ποιεῖν τινος, Ἀντιφῶν 134, 29, Δημ. 133. 14· αἴσθησιν παρέχειν τινός, παρέχειν τὰ μέσα πρὸς ἀντίληψίν τινος, φέρειν παράδειγμα, Θουκ. 2. 50. ΙΙ. μία τῶν αἰσθήσεων, ἡ τοῦ ὁρᾶν αἴσθ., Πλάτ. Πολ. 507Ε· ἀπ’ ὄψεως ἤ τινος ἄλλης αἰσθ., ὁ αὐτ. Φίληβ. 39Β, ὦτα καὶ ῥῖνας καὶ στόμα καὶ πάσας τὰς αἰσθήσεις, Ἱππ. ἐλ. 3740, κτλ.· καὶ κατὰ πληθ. αἱ αἰσθήσεις, Πλάτ. Θεαίτ. 156Β, κτλ. ΙΙΙ. ἐπὶ ἀντικειμεν. σημασίας: ἡ ἀντίληψις, ἡ ἐντύπωσις, = αἴσθημα, Ἀριστ. Μεταφ. 1. 1, 14. Ποιητ. 15, ἐν τέλ. οὕτως: αἰσθήσεις θεῶν, = ὁράσεις, ὁράματα, Πλάτ. Φαίδων, 111Β. 2) ἐν τῇ θήρᾳ, ἡ ὀσμὴ (μυρωδιά), τὰ ἴχνη, Ξεν. Κυν. 3. 5. - Μόνον παρὰ πεζοῖς Ἀττ. πλὴν Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀντιφ. ἐν «Σαπφοῖ» 1. 5.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 faculté de percevoir par les sens, sensation ; faculté de percevoir par l’intelligence : αἴσθησιν αἰσθάνεσθαι PLAT, λαμβάνειν PLAT, ἔχειν τινός PLAT avoir la sensation ou la perception de qch ; αἴσθησιν παρέχειν τινός THC, ποιεῖν DÉM faire voir ou comprendre à qqn, lui faire tomber sous le sens;
2 organe des sens, un des cinq sens.
Étymologie: αἰσθάνομαι.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ
A de la percepción por los sentidos
I 1percepción sensorial, sensación φαντασία καὶ αἴσθησις ταὐτὸν ἔν τε θερμοῖς καὶ πᾶσι τοῖς τοιούτοις Protag.B 1, οἱ ... καταλαμβάνοντες ... τὰ ἄλλα ἐκ τῶν αἰσθήσεων Chrysipp.Stoic.2.90, τοὺς δεομένους πίστεως αἰσθήσει κεκρατημένης Plot.4.7.15, τῆς βλάβης D.C.36.20.3.
2 capacidad de percepción sensorial, sentido ἕκαστον ὑπὸ τῆς ἰδίας αἰσθήσεως ὀφείλει κρίνεσθαι Gorg.B 3, τὰ ποτιπίπτοντα ποτὶ τὰν αἴσθασιν Archyt.B 1, ἡ τοῦ ὁρᾶν αἴ. Pl.R.507e, τὸ αἰσθήσει γνώριμον Ptol.Iudic.11.20
en text. astr. πρὸς αἴσθησιν con respecto a la percepción visual, Aristarch.Sam.4, cf. Gem.16.16, 34, Ptol.Alm.1.4, Cleom.2.5.56
esp. en plu. los sentidos ὑπ' ἀφαυρότητος αὐτῶν (τῶν αἰσθήσεων) Anaxag.B 2, cf. Democr.B 9, 11, 125, δι' ἑπτὰ σχημάτων αἴ. ἀνθρώπῳ Hp.Vict.1.23, διεφύλαξε τὰς αἰσθήσεις Plb.7.8.7, ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις Arist.Metaph.980a21
órganos de los sentidos Pl.Phd.83a, X.Mem.1.4.6, Arist.Fr.95, διὰ πασῶν τῶν αἰσθήσεων ὕδωρ ἐνήνοχε Pall.H.Laus.18.22.
II 1sensación concreta, sensación como contenido αἱ διὰ τῶν ῥινῶν αἰ. Pl.Prt.334c, τὰς ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθούσας αἰσθήσεις τῇ ποιητικῇ Arist.Po.1454b16, αἴ. ἔχειν producir una sensación, ser sentido Th.2.61, αἴθεσιν παρέχειν Th.3.22, cf. X.An.4.6.13, αἴ. ποιῆσαί τινι Antipho 5.44, πᾶσαν αἴσθησιν αἰσθανομένῳ Pl.Phdr.240d
olor X.Cyn.3.5
dolor κλαύσονται ἐν αἰσθήσει LXX Iu.16.17, cf. Vett.Val.107.26.
2 c. gen. obj. manifestaciones sensibles θεῶν Pl.Phd.111b.
B de la percepción intelectual y sensible a la vez
I 1percepción, conocimiento (ὁ ἀριθμός) καττὰν ψυχὰν ἁρμόζων αἰσθήσει πάντα Philol.B 11, πημάτων E.El.290, μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα Pl.Ap.40c, cf. Tht.192b, τῆς τελευτῆς αἴσθησιν λαμβάνομεν Isoc.1.47
de lo divino, Clem.Al.Paed.3.6.36
sensibilidad artística οὓς ἐνέπλησα πνεύματος αἰσθήσεως LXX Ex.28.3.
2 perspicacia, inteligencia Thphr.De elig.magistr.B 171
sabiduría, saber οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ κυρίου διατηροῦσιν αἴσθησιν LXX Pr.22.12, ἡ θεία αἴ. Gr.Nyss.Hom. in Cant.268.11
en plu. facultades mentales (a la vez que los sentidos) ἐρρωμένας ἔχων ... πάσας τὰς αἰσθήσεις PMasp.312.13 (VI d.C.), cf. PLond.1727.19 (VI d.C.).
3 razón, buen sentido Const.Ep. en Ath.Al.Apol.Sec.61.3.
II αἴ. πνευματική sentido, contenido espiritual de las escrituras, Origenes Cant.1 (p.90.30).

English (Abbott-Smith)

αἴσθησις, -εως, ἡ (< αἰσθάνομαι), [in LXX chiefly for דַּעַת ;]
perception (MM, VGT, s.v.): Phl 1:9. †SYN.: ἐπίγνωσις, q.v. (cf. Cremer, 620).

English (Strong)

from αἰσθάνομαι; perception, i.e. (figuratively) discernment: judgment.

English (Thayer)

(εως, ἡ (αἰσθάνομαι) (from Euripides down), perception, not only by the senses but also by the intellect; cognition, discernment; (in the Sept., דַּעַת): Philippians 1:10.

Greek Monotonic

αἴσθησις: -εως, ἡ (αἰσθάνομαι),
I. αντίληψη μέσω των αισθήσεων ιδίως μέσω της αφής· αἴσθησις πημάτων, αντίληψη, συναίσθηση των συμφορών, σε Ευρ.· η φράση αἴσθησιν ἔχειν χρησιμοποιείται:
1. για πρόσωπα, αἴσθησιν ἔχειν τινός = αἰσθάνεσθαί τινος ή τι, αντιλαμβάνομαι, εννοώ, συναισθάνομαι κάτι, το καταλαβαίνω, σε Πλάτ.
2. για πράγματα, παρέχω αίσθηση, δηλ. γίνομαι αντιληπτός· χρησιμεύει ως Παθ. του αἰσθάνομαι, σε Θουκ.· συχνότερα απαντά το αἴσθησιν παρέχειν, στον ίδ., σε Ξεν.
II. μία από τις αισθήσεις, σε Πλάτ.· και στον πληθ., οι αισθήσεις, στον ίδ.
III. 1. αντίληψη, εντύπωση· αἰσθήσεις θεῶν, οράματα θεών, στον ίδ.
2. σχετικά με το κυνήγι, οσμή, μυρωδιά, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

αἴσθησις: εως ἡ
1) чувство (τοῦ ὁρᾶν Plat.; ὀσμῆς Arst.);
2) чувствование, ощущение: αἱ διὰ τῶν ῥινῶν αἰσθήσεις Plat. обонятельные ощущения; αἴσθησιν λαμβάνειν (λαμβάνεσθαι), αἰσθάνεσθαι или ἔχειν τινός Plat. иметь ощущение чего-л., чувствовать что-л.; αἴσθησιν παρέχειν τινός Thuc. давать чувствовать что-л.; αἴσθησιν ἔχειν τινί Plat. быть воспринимаемым (ощущаться) кем-л.;
3) сообразительность, понятливость: βραδεῖα αἴ. Plut. медленная восприимчивость;
4) охот. звериный след: καταπατεῖν τὰς αἰσθήσεις Xen. идти по следам.

Middle Liddell

αἰσθάνομαι
I. perception by the senses, αἴσθ. πημάτων perception, sense of calamities, Eur.— The phrase αἴσθησιν ἔχειν is used
1. of persons, αἴσθ. ἔχειν τινός, = αἰσθάνεσθαί τινος or τι, to have a perception of a thing, perceive it, Plat.
2. of things, to give a perception, i. e. to become perceptible, serving as a Pass. to αἰσθάνομαι, Thuc.; more freq. αἴσθησιν παρέχειν Thuc., Xen.
II. one of the senses, Plat.: and in pl. the senses, Plat.
III. a perception, αἰσθήσεις θεῶν visions of the gods, Plat.
2. in hunting, the scent, Xen.

Chinese

原文音譯:a‡sqhsij 埃士帖西士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:感覺(著) 相當於: (דַּעַת‎)
字義溯源:感覺力,洞察力,辨別力,見識;源自(αἰσθάνομαι)*=明瞭)。這字和(γινώσκω)=知道)有分別,知道是由學習而得來的,感覺力是由經歷而積聚的
出現次數:總共(1);腓(1)
譯字彙編
1) 見識(1) 腓1:9