Open main menu

LSJ β

αὐτοέντης

Contents

English (LSJ)

ου, ὁ, in S., A = αὐθέντης, a murderer, OT 107, El.272: also in late Prose, D.C. 58.15 (s. v. l.).

German (Pape)

[Seite 397] ὁ, = αὐθέντης, Soph. O. R. 107.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοέντης: -ου, ὁ παρὰ Σοφ. ἀντὶ αὐθέντης, φονεύς, Ο. Τ. 107, Ἠλ. 272· πρβλ. Λοβ. Φρύν. 120.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
c. αὐθέντης.

Spanish (DGE)

Greek Monolingual

Greek Monotonic

αὐτοέντης: -ου, ὁ = αὐθέντης, δολοφόνος, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοέντης: Soph. = αὐθέντης I.

Middle Liddell