Open main menu

LSJ β

αὐτοβορέας

English (LSJ)

ου, ὁ, A a very Boreas, Luc.Tim.54.

German (Pape)

[Seite 396] ὁ, der leibhaftige Boreas, Luc. Tim. 54.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοβορέας: -ου, ὁ, ὡς πραγματικὸς βορέας, ἀνασεσοβημένος τὴν ἐπὶ τῷ μετώπῳ κόμην, αὐτοβορέας τις, ἢ Τρίτων, οἵους ὁ Ζεῦξις ἔγραψεν Λουκ. Τίμ. 54.