Open main menu

LSJ β

αὐτοβούλησις

Contents

English (LSJ)

εως, ἡ, A the abstract will, v.l. in Arist.Top.147a8.

German (Pape)

[Seite 396] der Wille an u. für sich, Arist. Top. 6, 8, 6; bei Bekk. 2 Worte.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοβούλησις: -εως, ἡ, αὐτὴ ἡ βούλησις, διάφ. γρ. ἐν Ἀριστ. Τοπ. 6. 8, 7: - ὡσαύτως, αὐτοβουλή, ἡ, Ἐπιφάν. τ. 1. σ. 838C.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοβούλησις: εως ἡ воля как таковая Arst.