Open main menu

LSJ β

αὐτογλώχιν

German (Pape)

[Seite 396] ὀϊστός, sammt der Spitze, Heliod. 8, 19.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτογλώχῑν: ὁ, ἡ, ὁ ἔχων ἰδίαν αἰχμήν, τὰ δὲ ἄκρα πρὸς τὸ ἀκμαιότατον ἀποξέσας αὐτογλώχινα τὸν ὀϊστὸν ἀπεργάζεται Ἡλιόδ. 9. 19.

Spanish (DGE)

-ινος, ὁ que forma pieza única con la pica οἰστός Hld.9.19.4.