Open main menu

LSJ β

αὐτογνωμοσύνη

Contents

English (LSJ)

German (Pape)

[Seite 396] ἡ, Eigenmächtigkeit, Zon. Lex.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ autodeterminación Zonar.s.u. μονοτονίας.

Greek Monolingual

αὐτογνωμοσύνη, η (Μ) αυτογνωμονώ
1. το να ενεργεί κανείς κατά τη δική του γνώμη
2. το να επιμένει κανείς στη γνώμη του, η ισχυρογνωμοσύνη.