Open main menu

LSJ β

αὐτοδιδάσκομαι

German (Pape)

[Seite 397] sein eigener Lehrer sein, Paus. 5, 20, 2, nach Buttm. Conj.; Synes.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοδιδάσκομαι: διδάσκομαι μόνος μου, ὑπὸ τῆς φύσεως Συνέσ. 126C.