Open main menu

LSJ β

αὐτοκρατορίς

Contents

English (LSJ)

ίδος, ἡ, A the residence of a sovereign, J.AJ 18.2.1.

German (Pape)

[Seite 398] ίδος, ἡ, Residenz des Selbstherrschers, Ios.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοκρᾰτορίς: ἡ, ἡ ἕδρα ἀπολύτου ἄρχοντος, Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰ. 18. 2, 1: ‒ αὐτοκρατόρισσα, ἡ, αὐτοκράτειρα, Ἄννα Κομν. σ. 463: ‒ αὐτοκρατορόθεν, ἐπίρρ., ἐκ τοῦ αὐτοκράτορος, Ἄννα Κομν. σ. 363

Greek Monolingual

αὐτοκρατορίς (-ίδος), η (Α)
η έδρα του αυτοκράτορα.