Open main menu

LSJ β

αὐτοκυβερνήτης

Contents

English (LSJ)

ου, ὁ, A one who steers himself, AP9.438 (Phil.).

German (Pape)

[Seite 398] ὁ, Selbststeuerer, s. voriges.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοκῠβερνήτης: -ου, ὁ, αὐτὸς κυβερνῶν, αὐτοκυβερνῆται πρὸς κύτος ἐτρόχασαν Ἀνθ. Π. 9. 438.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
qui est son propre pilote.
Étymologie: αὐτός, κυβερνήτης.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ que es su propio piloto de hormigas αὐτοκυβερνῆται πρὸς κύτος ἐτρόχασαν AP 9.438 (Phil.).

Greek Monotonic

αὐτοκῠβερνήτης: -ου, ὁ, αυτός που κυβερνά τον εαυτό του, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοκῠβερνήτης: ου ὁ являющийся своим собственным кормчим Anth.

Middle Liddell

one who steers himself, Anth.