Open main menu

LSJ β

αὐτοκύριος

German (Pape)

[Seite 398] ὁ, Selbstherr, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοκύριος: ὁ ὄντως κύριος, Γρηγ. Ναζ. σ. 610Β.