Open main menu

LSJ β

αὐτομάθεια

Contents

English (LSJ)

[μᾰ], ἡ, A self-teaching or self-learning, Plu.2.973e:—also αὐτομᾰθία, Aristid. Quint.2.9.

German (Pape)

[Seite 398] ἡ, das Selbstlernen, ohne Unterricht. Plut. sol. an. 19.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτομάθεια: ἡ, ἡ ἄνευ διδασκαλίας μάθησις, Πλούτ. 2. 973 Ε: -ὡσαύτως -μαθία, ἀμφ. ἐν Φίλωνι 1. 552.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
instruction qu’on acquiert par soi-même.
Étymologie: αὐτομαθής.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
instrucción adquirida como autodidacta Plu.2.973e, Aristid.Quint.68.15.

Greek Monolingual

η (Α αὐτομάθεια και -θία) αυτομαθής
το να μαθαίνει κανείς μόνος του, χωρίς δάσκαλο.

Russian (Dvoretsky)

αὐτομάθεια: ἡ самообучение Plut.