Open main menu

LSJ β

αὐτομέλαθρος

Contents

English (LSJ)

ον, A united with her abode, of a Hamadryad, Nonn.D.48.519.

German (Pape)

[Seite 399] mit eigener Wohnung, Nonn. D. 47, 519.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτομέλαθρος: -ον, ὁ τῆς αὐτῆς οἰκίας, Νόνν. Δ. 48. 519.

Spanish (DGE)

-ον
unido a su propia morada Ἁμαδρυὰς ... Νύμφη Nonn.D.48.519.

Greek Monolingual

αὐτομέλαθρος, -ον (Α)
αυτός που ανήκει στο ίδιο σπίτι.