Open main menu

LSJ β

αὐτοματοποιός

German (Pape)

[Seite 399] ὁ, der Automatenverfertiger, ἡ αὐτοματοποιητική, seine Kunst, τὰ αὐτοματοποιητικά, Schrift darüber, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοματοποιός: ὁ, ὁ κατασκευάζων αὐτόματα· ἡ αὐτοματοποιητική ἢ ὀρθότερον αὐτοματοποιική (ἐνν. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ αὐτοματοποιοῦ· τὰ αὐτοματοποιητικά, πραγματεία περὶ ταύτης τῆς τέχνης, ἴδε Ἥρωνα ἐν Ἀρχ. Μαθηματ. σ. 243.