Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Revision as of 17:00, 6 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "" to "·")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at

German (Pape)

[Seite 399] ὁ, der Automatenverfertiger, ἡ αὐτοματοποιητική, seine Kunst, τὰ αὐτοματοποιητικά, Schrift darüber, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοματοποιός: ὁ, ὁ κατασκευάζων αὐτόματα· ἡ αὐτοματοποιητική ἢ ὀρθότερον αὐτοματοποιική (ἐνν. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ αὐτοματοποιοῦ· τὰ αὐτοματοποιητικά, πραγματεία περὶ ταύτης τῆς τέχνης, ἴδε Ἥρωνα ἐν Ἀρχ. Μαθηματ. σ. 243.