Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "αὐτοποίητος"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
(6_18)
(big3_8)
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''αὐτοποίητος''': -ον, ὁ ὑφ’ [[ἑαυτοῦ]] ποιηθείς, τοῦ αὐτοπαράκτου τὸ αὐτογέννητον καὶ αὐτοποίητον οὐδὲν διαφέρει Ἰουστῖν. Μάρτ. 526A, = [[αὐτοπάγητος]] Σώφρων. παρὰ [[Πολυδ]]. Ϛ΄, 60, κατὰ δὲ Ἡσύχ. «αὐτοποίητον· εὐτελές».
 
|lstext='''αὐτοποίητος''': -ον, ὁ ὑφ’ [[ἑαυτοῦ]] ποιηθείς, τοῦ αὐτοπαράκτου τὸ αὐτογέννητον καὶ αὐτοποίητον οὐδὲν διαφέρει Ἰουστῖν. Μάρτ. 526A, = [[αὐτοπάγητος]] Σώφρων. παρὰ [[Πολυδ]]. Ϛ΄, 60, κατὰ δὲ Ἡσύχ. «αὐτοποίητον· εὐτελές».
 +
}}
 +
{{DGE
 +
|dgtxt=-ον<br /><b class="num">1</b> [[hecho sin arte]], [[sin gusto]], [[vulgar]] πάτανα Sophr.21, cf. Hsch.<br /><b class="num">2</b> [[que se ha hecho por sí mismo]] ἐπὶ γῆς τὸ κάλλος Athenag.<i>Leg</i>.34.2, cf. Iust.Phil.<i>Qu.Chr</i>.M.6.1444A.
 
}}
 
}}

Revision as of 12:04, 21 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοποίητος Medium diacritics: αὐτοποίητος Low diacritics: αυτοποίητος Capitals: ΑΥΤΟΠΟΙΗΤΟΣ
Transliteration A: autopoíētos Transliteration B: autopoiētos Transliteration C: aftopoiitos Beta Code: au)topoi/htos

English (LSJ)

ον,

   A = αὐτοπαγής, Sophr.13.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 399] selbst gemacht, ohne Kunst, schlecht, Hesych. εὐτελές.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοποίητος: -ον, ὁ ὑφ’ ἑαυτοῦ ποιηθείς, τοῦ αὐτοπαράκτου τὸ αὐτογέννητον καὶ αὐτοποίητον οὐδὲν διαφέρει Ἰουστῖν. Μάρτ. 526A, = αὐτοπάγητος Σώφρων. παρὰ Πολυδ. Ϛ΄, 60, κατὰ δὲ Ἡσύχ. «αὐτοποίητον· εὐτελές».

Spanish (DGE)

-ον
1 hecho sin arte, sin gusto, vulgar πάτανα Sophr.21, cf. Hsch.
2 que se ha hecho por sí mismo ἐπὶ γῆς τὸ κάλλος Athenag.Leg.34.2, cf. Iust.Phil.Qu.Chr.M.6.1444A.