Open main menu

LSJ β

αὐτοποδία

Contents

English (LSJ)

ἡ, A use of one's own feet, walking, αὐτοποδίᾳ κομισθῆναι D.C.44.8, cf. Stratt.5 D.

German (Pape)

[Seite 399] ἡ, das Gehen auf eigenen Füßen, wohl nur αὐτοποδίᾳ, adverb., = vorigem, D. Cass.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοποδία: ἡ, μόνον κατὰ δοτ. αὐτοποδίᾳ = αὐτοποδὶ Δίων Κ. 44. 8.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
el uso de los propios pies αὐτοποδίᾳ κομισθῆναι trasladarse a pie Stratt.81, cf. D.C.44.8.3.