Open main menu

LSJ β

αὐτοπόρφυρος

German (Pape)

[Seite 400] don natürlichem Putpur, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοπόρφῠρος: -ον, ὁ ἔχων χρῶμα γνησίας πορφύρας, Φιλῆς π. Φυτ. σ. 136 Wernsd.·