Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοπώλης

Revision as of 20:00, 29 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   " to "")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοπώλης Medium diacritics: αὐτοπώλης Low diacritics: αυτοπώλης Capitals: ΑΥΤΟΠΩΛΗΣ
Transliteration A: autopṓlēs Transliteration B: autopōlēs Transliteration C: aftopolis Beta Code: au)topw/lhs

English (LSJ)

ου, ὁ, A selling one's own products, Pl.Plt.260c; αὐ. περί τι Id.Sph.231d, cf. Sch.Ar.Pl.1155.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 400] ὁ, der seine Erzeugnisse selbst verkauft, Plat. Soph. 231 d (B. A. p. 467 αὐτοπώλων von αὐτόπωλοι). Nach Schol. Ar. Plut. 1155, der ihn mit κάπηλος, ἔμπορος, παλιγκάπηλος, μεταβολεύς zusammengestellt, ὁ ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ πωλῶν τὴν ἑαυτοῦ πρόσοδον.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοπώλης: -ου, ὁ, «ὁ ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ πωλῶν τὴν ἑαυτοῦ πρόσοδον». καθάπερ ἡ τῶν καπήλων τέχνη τῆς τῶν αὐτοπωλῶν διώρισται τέχνης Πλάτ. Πολιτικ. 260C· αὐτ. περί τι ὁ αὐτ. Σοφ. 231D· πρβλ. μεταβολεύς.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
qui vend lui-même les produits de son travail.
Étymologie: αὐτός, πωλέω.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ vendedor de los productos de su propio trabajo Pl.Plt.260c
αὐ. περὶ τὰ μαθήματα el productor-vendedor de las ciencias Pl.Sph.231d.

Greek Monolingual

αὐτοπώλης, ο (Α)
αυτός που πουλά ο ίδιος τα δικά του προϊόντα.

Greek Monotonic

αὐτοπώλης: -ου, ὁ (πωλέω), αυτός που πουλάει τα δικά του αγαθά ή προϊόντα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοπώλης: ου ὁ продавец собственных изделий Plat.

Middle Liddell

πωλέω
selling one's own goods or products, Plat.