Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βέλεμνον

Revision as of 06:10, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (nl)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: βέλεμνον Medium diacritics: βέλεμνον Low diacritics: βέλεμνον Capitals: ΒΕΛΕΜΝΟΝ
Transliteration A: bélemnon Transliteration B: belemnon Transliteration C: velemnon Beta Code: be/lemnon

English (LSJ)

τό, poet. for βέλος,

   A dart, javelin, Il. only in pl., πικρὰ β. 22.206: later in sg., ἀμφιτόμῳ β. A.Ag.1496 (lyr.), cf. 1520, Theoc. 11.16; poet., of hail-stones, Orph.L.597.

German (Pape)

[Seite 441] τό (βέλος), das Geschoß, Hom. dreimal, βέλεμνα Versende Iliad. 15, 484. 489. 22, 206; ἀμφίτομον Aesch. Ag. 1475. 1501; Eur. Andr. 1138; vom Hagel Orph. Lith. 591.

Greek (Liddell-Scott)

βέλεμνον: τό, ποιητ. ἀντὶ τοῦ βέλος, βέλος, βλῆμα, ἀκόντιον, ἐν Ἰλ. μόνον κατὰ πληθ. ὡς πικρὰ βέλ. Χ. 206· ἐν τῷ ἑνικ., Αἰσχύλ. Ἀγ.1496,1520· ποιητ. ἐπὶ κόκκων χαλάζης, Ὀρφ. Λιθ. 591.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 trait, javeline;
2 hache.
Étymologie: βέλος.

English (Autenrieth)

= βέλος, only plural.

Spanish (DGE)

-ου, τό
1 dardo o flecha οὐδ' ἔα ἱέμεναι ἐπὶ Ἕκτορι πικρὰ βέλεμνα Il.22.206, ὡς εἶδεν Τεύκρου βλαφθέντα βέλεμνα Il.15.484, ἔκ τε βέλεμνα σαρκὸς ἑλεῖν Il.Pers.4, κατακληῖδα βελέμνων aljaba para flechas Call.Dian.82, Epic.Alex.Adesp.9.Fr.1.4
gener. arma ἐκ χερὸς ἀμφιτόμῳ βελέμνῳ A.A.1496, 1520
fig. Κύπριδος de la atracción amorosa, Theoc.11.16.
2 proyectil φρουρουμένου βέλεμνα παιδός E.Andr.1136, χάλαζαν, ἀπειρεσίοισι βελέμνοις ἀγρῷ τραῦμα φέρουσαν granizo que trae la ruina al campo con infinitos proyectiles Orph.L.597, λαϊνέοισιν ... βελέμνοις Nonn.Par.Eu.Io.10.32, cf. 11.8.

• Etimología: Forma en -mn- sobre un tema βελε de la r. *gelH1- ‘arrojar’, cf. βάλλω.

Greek Monolingual

βέλεμνον, το (AM)
συνήθως στον πληθ. βέλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (δισύλλαβη ρίζα) βελε- < βελη- (πρβλ. βάλλω) + (επίθημα) -mno].

Greek Monotonic

βέλεμνον: τό, ποιητ. αντί βέλος, βέλος, βλήμα, σαΐτα, ακόντιο, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

βέλεμνον: τό
1) Hom. = βέλος;
2) боевая секира (ἀμφίτομον Aesch.).

Middle Liddell


poet. for βέλος, a dart, javelin, Il., Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βέλεμνον -ου, τό βέλος speer, werptuig.