Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "βαλανεῖον"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
(7)
(1a)
 
(6 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 24: Line 24:
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=βαλανεῑον, το (AM) και βαλάνειον και -νιόν, το (Μ)<br />[[λουτρό]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Τα [[βαλανεύς]], [[βαλανείον]] [[είναι]] λέξεις της αττικής [[κυρίως]] διαλέκτου που δεν απαντούν στον Όμηρο και δεν εμφανίζονται [[πριν]] από τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δάνεια αιγαιακής προελεύσεως (<b>[[πρβλ]].</b> [[ασάμινθος]]), όπου ήταν γνωστή η [[συνήθεια]] του μπάνιου με ζεστό [[νερό]]. Κατ' άλλους όμως οι λέξεις αυτές [[είναι]] δημιουργήματα της Ελληνικής και προέρχονται από [[βάλανος]] «[[πώμα]] μπανιέρας» ή «[[βρέξιμο]]». Με τη δεύτερη [[σημασία]] η λ. [[βάλανος]] σχετίζεται με το [[βάλλω]] «[[ρίχνω]], [[καλύπτω]] [[κάτι]] ρίχνοντας [[νερό]]», [[καθώς]] και με το αρχ. ινδ. <i>galana</i>-»αυτός που στάζει», [[υπόθεση]] όχι και τόσο πειστική. Εξάλλου η μορφολογική [[σχέση]] με το [[βάλανος]] δεν δικαιολογείται σημασιολογικά. Μία τελευταία [[ερμηνεία]] ανάγεται σε υποθετικό τ. <i>βάλανα</i> «[[φιάλη]] με [[νερό]] για τους λουομένους»].
 
|mltxt=βαλανεῑον, το (AM) και βαλάνειον και -νιόν, το (Μ)<br />[[λουτρό]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Τα [[βαλανεύς]], [[βαλανείον]] [[είναι]] λέξεις της αττικής [[κυρίως]] διαλέκτου που δεν απαντούν στον Όμηρο και δεν εμφανίζονται [[πριν]] από τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δάνεια αιγαιακής προελεύσεως (<b>[[πρβλ]].</b> [[ασάμινθος]]), όπου ήταν γνωστή η [[συνήθεια]] του μπάνιου με ζεστό [[νερό]]. Κατ' άλλους όμως οι λέξεις αυτές [[είναι]] δημιουργήματα της Ελληνικής και προέρχονται από [[βάλανος]] «[[πώμα]] μπανιέρας» ή «[[βρέξιμο]]». Με τη δεύτερη [[σημασία]] η λ. [[βάλανος]] σχετίζεται με το [[βάλλω]] «[[ρίχνω]], [[καλύπτω]] [[κάτι]] ρίχνοντας [[νερό]]», [[καθώς]] και με το αρχ. ινδ. <i>galana</i>-»αυτός που στάζει», [[υπόθεση]] όχι και τόσο πειστική. Εξάλλου η μορφολογική [[σχέση]] με το [[βάλανος]] δεν δικαιολογείται σημασιολογικά. Μία τελευταία [[ερμηνεία]] ανάγεται σε υποθετικό τ. <i>βάλανα</i> «[[φιάλη]] με [[νερό]] για τους λουομένους»].
 +
}}
 +
{{lsm
 +
|lsmtext='''βᾰλᾰνεῖον:''' τό, Λατ. [[balineum]], [[balneum]], [[λουτρό]] (ο [[χώρος]] συνολικά ή ο [[συγκεκριμένος]] [[λουτήρας]]), σε Αριστοφ.· συχνότερα απαντά στον πληθ., στον ίδ.
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''βᾰλᾰνεῖον:''' τό<br /><b class="num">1)</b> тж. pl. баня, купальня Arph., Arst., Dem.;<br /><b class="num">2)</b> купанье, омовение Plut.
 +
}}
 +
{{etym
 +
|etymtx=Grammatical information: n.<br />Meaning: <b class="b2">warm bath, -room</b> (Ar.).<br />Derivatives: <b class="b3">βαλανεύς</b> m. <b class="b2">bath-man</b> (Ar.) basis of deriv. (cf. <b class="b3">κναφεῖον</b> : <b class="b3">κναφεύς</b> etc..)? Also <b class="b3">βαλανίτης</b> (<b class="b3">-είτης</b>, s. Redard, Noms grecs en <b class="b3">-της</b> 12, 38) [[bather]] (Plb.). <b class="b3">βαλανάριον</b> n. (pap., inscr.) with the Lat. Suffix <b class="b2">-ārium</b>.<br />Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]<br />Etymology: An attempt to derive the word from <b class="b3">βάλανος</b> [[acorn]] as [[stopper]] in DELG; improbable. For bathing with warm water, which is prob. an Aegaean custom, we expect a Pre-Gr. word, like [[ἀσάμινθος]]. The structure of the word is typically Pre-Gr.: <b class="b3">βαλ-αν-</b> (with <b class="b3">β-</b>, <b class="b3">-α-</b>, <b class="b3">-αν-</b>). - From <b class="b3">βαλανεῖον</b> Lat. <b class="b2">bal(i)neum</b>.
 +
}}
 +
{{mdlsj
 +
|mdlsjtxt=[from [[βαλανεύς]]<br />Lat. [[balineum]], [[balneum]], a [[bath]] or bathing-[[room]], Ar.; in pl., Ar.
 +
}}
 +
{{elnl
 +
|elnltext=[[βαλανεῖον]] -ου, τό [[βαλανεύς]] bad(huis).
 +
}}
 +
{{FriskDe
 +
|ftr='''βαλανεῖον''': {balaneĩon}<br />'''Grammar''': n.<br />'''Meaning''': [[Badstube]], [[warmes Bad]] (Ar., Thphr. usw.).<br />'''Derivative''': Dem. [[βαλανίδιον]] (Pap.). — Daneben entweder als Grundwort oder wohl eher durch retrograde Ableitung ([[κναφεῖον]] : [[κναφεύς]] usw.) [[βαλανεύς]] m. [[Bader]] (Ar., Pl. usw.) mit [[βαλανεύω]] [[ein Bad aufwärmen]], [[Bader sein]] (Kom.) und [[βαλανευτής]] [[Bader]] (Pap.), [[βαλανεύτρια]] (Poll., Lib.), [[βαλανευτικός]] (Pl., Pap.); außerdem [[βαλανίτης]] (-είτης, vgl. Redard Les noms grecs en -της 12, 38) [[Bader]] (Plb.), [[βαλάνισσα]] (''AP'') und [[βαλανίς]] (Suid.) [[Bäderin]], [[βαλανικός]] [[zum Bad gehörig]] (Sch.). Für sich steht [[βαλανάριον]] n. [[Badelaken]] od. ähnl. (Pap., Inschr.) mit dem lat. Suffix -''ārium''.<br />'''Etymology''' : Unerklärt. Der auf Froehde bei Fick 1, 404 zurückgehende Vergleich mit aind. ''galana''- [[träufelnd]], [[das Träufeln]] (Lex., Gramm.; von ''galati'' [[herabträufeln]]), der zunächst ein Nomen *[[βάλανος]], -ον [[Begießen]], [[Guß]] (von [[βάλλω]] ‘(be)werfen’, okkas. ‘mit Wasser, Blut usw. bewerfen, bespritzen’) voraussetzt, ist aus verschiedenen Gründen sehr unwahrscheinlich. Erstens ist die Zusammenstellung von [[βάλλω]] mit ''galati'' sehr zweifelhaft (s. [[βάλλω]]); zweitens heißt [[βάλλω]] nur okkasionell und sekundär [[bespritzen]]; drittens erwartet man für die aus dem ägäischen Kulturkreis eingeführte Sitte des Badens in warmem Wasser keine auf vorgr. idg. Sprachgebrauch zurückgehende Benennung. Entweder ist also [[βαλανεῖον]] (und [[βαλανεύς]]) ägäisch wie [[ἀσάμινθος]] (s. d.), oder es ist im Griechischen selbst geschaffen. Die formal sich aufdrängende Anknüpfung an [[βάλανος]] [[Eichel]] (mit allerhand technischen Nebenbedeutungen) bleibt aber semantisch zu begründen; ob von [[βάλανος]] = ‘Verschluß-Zapfen’, woraus [[βαλανεῖον]] eig. *[[verschlossener Raum]]?? — Aus [[βαλανεῖον]] stammt lat. ''bal''(''i'')''neum''.<br />'''Page''' 1,212-213
 
}}
 
}}

Latest revision as of 14:20, 2 October 2019

Full diacritics: βᾰλᾰνεῖον Medium diacritics: βαλανεῖον Low diacritics: βαλανείον Capitals: ΒΑΛΑΝΕΙΟΝ
Transliteration A: balaneîon Transliteration B: balaneion Transliteration C: valaneion Beta Code: balanei=on

English (LSJ)

τό,

   A bath, bathing-room, Ar.Nu.837,1054, etc.; β. δημόσιον BGU1130.9 (i B. C.): more freq. in pl., Ar.Nu.991, Eq.1401, etc.    2 bath taken, Aristo Stoic.1.88, Gal.11.46.—Prose word for poet. λουτρά.

German (Pape)

[Seite 428] τό, Bad, Badstube, Ar. Plut. 535 u. öfter; Plat. Rep. VI, 495 e u. Folgende; Sp. = Badewasser.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰλᾰνεῖον: τό, Λατ. balineum, balneum, λουτὴρ ἢ λουτρών, συχνάκις παρὰ κωμ. ὡς ἐν Ἀριστοφ. Νεφ. 837, 1054· συχνότερον κατὰ πληθ., αὐτόθι 991, Ἱππ. 1401, κτλ. 2) λουτρὸν ὅπερ ἔκαμέ τις, Ἀρίστων παρὰ Πλουτ. 2. 42Β, Γαλην. - Ἡ ποιητ. λέξις εἶναι λοετρά, λουτρά, τά.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 bain, salle de bain;
2 bain, eau de bain.
Étymologie: cf. lat. balineum, balneum.

Spanish (DGE)

(βᾰλᾰνεῖον) -ου, τό

• Grafía: graf. βαλανῖον POxy.43 ue.3.24 (III d.C.), βαλανῆον IAssos 16 (II d.C.)
I 1baños, casa de baños τὸ βαλανεῖον ὥρισαν IG 13.402.10 (V a.C.), εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος Ar.Nu.837, cf. 991, 1054, Pl.535, Com.Adesp. en CGFP 260.9, Pl.R.495e, Is.5.24, 6.33, λοῦσθαι ἐν βαλανείῳ D.50.35, 54.10, τὰ ἀλειπτήρια καὶ τὰ βαλανεῖα Thphr.Ign.13, cf. Plb.24.7.6, Diog.Oen.2.3.11, ἐν ... γυμνασίοις καὶ ἐν τοῖς βαλανείοις IEphesos 661.23 (II d.C.), ἐλούετο τοῖς δημοσίοις βαλανείοις Plb.26.1.12, cf. D.Chr.47.17, Alciphr.3.7.1, Philostr.VS 548, προήγαγε ... εἰς τὸ βαλανεῖον Charito 2.2.2
en época romana termas εἶδεν ἐν οἰκίᾳ Δομετιανοῦ στοὰν ἢ βασιλικὴν ἢ β. Plu.Publ.15, cf. 2.61c, ὁ δὲ κόλαξ εἰς τὸ β. ἕλκει Plu.2.62a, εἰς τὸ ἐν [τῷ] γυμν[ασί] ῳ [βα] λανεῖον PLond.1166.6 (I d.C.), εἰς τὸ Χαριδήμου β. PLond.897.17 (I d.C.), cf. 1178.79 (II d.C.), SB 9699.24 (I d.C.), 9653.8, 11 (II d.C.), 9921.6 (III d.C.), εἴ τις ἐκ τοῦ βαλανείου τι κλέψι (sic) TAM 5.159 (Saitas II d.C.), IStratonikeia 701.12 (II d.C.), IEphesos 672.14 (II d.C.), 1104.5 (III d.C.), cf. Hierocl.Facet.23, Mart.Pol.13.1
en casas particulares PSI 547.27 (III a.C.), PMich.Zen.38.33, 60 (I d.C.), ἰδίου βαλ(ανείου) PLond.1121b.5 (II d.C.)
τὸ Βαλανεῖον tít. de una comedia de Anfis, Ath.123e
de otra de Timocles, Poll.10.154
de otra de Dífilo, Ath.446d.
2 baño que se toma οὔτε γὰρ βαλανείου ... οὔτε λόγου μὴ καθαίροντος ὄφελός ἐστιν Aristo Stoic.1.88, κενωτέον ... καταπλάσμασι καὶ βαλανείοις Gal.11.46, ὅθεν δὴ καὶ ἐπιμηχανῶνται αὐτοῖς καὶ σιτία πονηρὰ καὶ βαλανεῖα τούτων χάριν D.Chr.6.11, τὸ βαλανεῖον παντὶ τρόπῳ ποίησον ὑποκαυθῆναι PFlor.127.4 (III d.C.)
fig. βαλανεῖον γάρ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία πνευματικόν Chrys.M.61.510.
II 1tasa pagada por el clero al estado por la concesión para la explotación de los baños de los templos εἰς διαγρ(αφὴν) τ[ελ(εσμάτων)] βαλανείου BGU 362.6.20 (III d.C.), cf. Ostr.1 p.167-168.
2 impuesto para la construcción y mantenimiento de baños públicos PHib.108.7 (III a.C.), en plu. PHib.116.1 (III a.C.), PTeb.5.120 (II a.C.).

Greek Monolingual

βαλανεῑον, το (AM) και βαλάνειον και -νιόν, το (Μ)
λουτρό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τα βαλανεύς, βαλανείον είναι λέξεις της αττικής κυρίως διαλέκτου που δεν απαντούν στον Όμηρο και δεν εμφανίζονται πριν από τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δάνεια αιγαιακής προελεύσεως (πρβλ. ασάμινθος), όπου ήταν γνωστή η συνήθεια του μπάνιου με ζεστό νερό. Κατ' άλλους όμως οι λέξεις αυτές είναι δημιουργήματα της Ελληνικής και προέρχονται από βάλανος «πώμα μπανιέρας» ή «βρέξιμο». Με τη δεύτερη σημασία η λ. βάλανος σχετίζεται με το βάλλω «ρίχνω, καλύπτω κάτι ρίχνοντας νερό», καθώς και με το αρχ. ινδ. galana-»αυτός που στάζει», υπόθεση όχι και τόσο πειστική. Εξάλλου η μορφολογική σχέση με το βάλανος δεν δικαιολογείται σημασιολογικά. Μία τελευταία ερμηνεία ανάγεται σε υποθετικό τ. βάλανα «φιάλη με νερό για τους λουομένους»].

Greek Monotonic

βᾰλᾰνεῖον: τό, Λατ. balineum, balneum, λουτρό (ο χώρος συνολικά ή ο συγκεκριμένος λουτήρας), σε Αριστοφ.· συχνότερα απαντά στον πληθ., στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

βᾰλᾰνεῖον: τό
1) тж. pl. баня, купальня Arph., Arst., Dem.;
2) купанье, омовение Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: warm bath, -room (Ar.).
Derivatives: βαλανεύς m. bath-man (Ar.) basis of deriv. (cf. κναφεῖον : κναφεύς etc..)? Also βαλανίτης (-είτης, s. Redard, Noms grecs en -της 12, 38) bather (Plb.). βαλανάριον n. (pap., inscr.) with the Lat. Suffix -ārium.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: An attempt to derive the word from βάλανος acorn as stopper in DELG; improbable. For bathing with warm water, which is prob. an Aegaean custom, we expect a Pre-Gr. word, like ἀσάμινθος. The structure of the word is typically Pre-Gr.: βαλ-αν- (with β-, -α-, -αν-). - From βαλανεῖον Lat. bal(i)neum.

Middle Liddell

[from βαλανεύς
Lat. balineum, balneum, a bath or bathing-room, Ar.; in pl., Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βαλανεῖον -ου, τό βαλανεύς bad(huis).

Frisk Etymology German

βαλανεῖον: {balaneĩon}
Grammar: n.
Meaning: Badstube, warmes Bad (Ar., Thphr. usw.).
Derivative: Dem. βαλανίδιον (Pap.). — Daneben entweder als Grundwort oder wohl eher durch retrograde Ableitung (κναφεῖον : κναφεύς usw.) βαλανεύς m. Bader (Ar., Pl. usw.) mit βαλανεύω ein Bad aufwärmen, Bader sein (Kom.) und βαλανευτής Bader (Pap.), βαλανεύτρια (Poll., Lib.), βαλανευτικός (Pl., Pap.); außerdem βαλανίτης (-είτης, vgl. Redard Les noms grecs en -της 12, 38) Bader (Plb.), βαλάνισσα (AP) und βαλανίς (Suid.) Bäderin, βαλανικός zum Bad gehörig (Sch.). Für sich steht βαλανάριον n. Badelaken od. ähnl. (Pap., Inschr.) mit dem lat. Suffix -ārium.
Etymology : Unerklärt. Der auf Froehde bei Fick 1, 404 zurückgehende Vergleich mit aind. galana- träufelnd, das Träufeln (Lex., Gramm.; von galati herabträufeln), der zunächst ein Nomen *βάλανος, -ον Begießen, Guß (von βάλλω ‘(be)werfen’, okkas. ‘mit Wasser, Blut usw. bewerfen, bespritzen’) voraussetzt, ist aus verschiedenen Gründen sehr unwahrscheinlich. Erstens ist die Zusammenstellung von βάλλω mit galati sehr zweifelhaft (s. βάλλω); zweitens heißt βάλλω nur okkasionell und sekundär bespritzen; drittens erwartet man für die aus dem ägäischen Kulturkreis eingeführte Sitte des Badens in warmem Wasser keine auf vorgr. idg. Sprachgebrauch zurückgehende Benennung. Entweder ist also βαλανεῖον (und βαλανεύς) ägäisch wie ἀσάμινθος (s. d.), oder es ist im Griechischen selbst geschaffen. Die formal sich aufdrängende Anknüpfung an βάλανος Eichel (mit allerhand technischen Nebenbedeutungen) bleibt aber semantisch zu begründen; ob von βάλανος = ‘Verschluß-Zapfen’, woraus βαλανεῖον eig. *verschlossener Raum?? — Aus βαλανεῖον stammt lat. bal(i)neum.
Page 1,212-213