Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαλανεῖον

Revision as of 21:52, 30 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (3)
Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: βᾰλᾰνεῖον Medium diacritics: βαλανεῖον Low diacritics: βαλανείον Capitals: ΒΑΛΑΝΕΙΟΝ
Transliteration A: balaneîon Transliteration B: balaneion Transliteration C: valaneion Beta Code: balanei=on

English (LSJ)

τό,

   A bath, bathing-room, Ar.Nu.837,1054, etc.; β. δημόσιον BGU1130.9 (i B. C.): more freq. in pl., Ar.Nu.991, Eq.1401, etc.    2 bath taken, Aristo Stoic.1.88, Gal.11.46.—Prose word for poet. λουτρά.

German (Pape)

[Seite 428] τό, Bad, Badstube, Ar. Plut. 535 u. öfter; Plat. Rep. VI, 495 e u. Folgende; Sp. = Badewasser.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰλᾰνεῖον: τό, Λατ. balineum, balneum, λουτὴρ ἢ λουτρών, συχνάκις παρὰ κωμ. ὡς ἐν Ἀριστοφ. Νεφ. 837, 1054· συχνότερον κατὰ πληθ., αὐτόθι 991, Ἱππ. 1401, κτλ. 2) λουτρὸν ὅπερ ἔκαμέ τις, Ἀρίστων παρὰ Πλουτ. 2. 42Β, Γαλην. - Ἡ ποιητ. λέξις εἶναι λοετρά, λουτρά, τά.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 bain, salle de bain;
2 bain, eau de bain.
Étymologie: cf. lat. balineum, balneum.

Spanish (DGE)

(βᾰλᾰνεῖον) -ου, τό

• Grafía: graf. βαλανῖον POxy.43 ue.3.24 (III d.C.), βαλανῆον IAssos 16 (II d.C.)
I 1baños, casa de baños τὸ βαλανεῖον ὥρισαν IG 13.402.10 (V a.C.), εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος Ar.Nu.837, cf. 991, 1054, Pl.535, Com.Adesp. en CGFP 260.9, Pl.R.495e, Is.5.24, 6.33, λοῦσθαι ἐν βαλανείῳ D.50.35, 54.10, τὰ ἀλειπτήρια καὶ τὰ βαλανεῖα Thphr.Ign.13, cf. Plb.24.7.6, Diog.Oen.2.3.11, ἐν ... γυμνασίοις καὶ ἐν τοῖς βαλανείοις IEphesos 661.23 (II d.C.), ἐλούετο τοῖς δημοσίοις βαλανείοις Plb.26.1.12, cf. D.Chr.47.17, Alciphr.3.7.1, Philostr.VS 548, προήγαγε ... εἰς τὸ βαλανεῖον Charito 2.2.2
en época romana termas εἶδεν ἐν οἰκίᾳ Δομετιανοῦ στοὰν ἢ βασιλικὴν ἢ β. Plu.Publ.15, cf. 2.61c, ὁ δὲ κόλαξ εἰς τὸ β. ἕλκει Plu.2.62a, εἰς τὸ ἐν [τῷ] γυμν[ασί] ῳ [βα] λανεῖον PLond.1166.6 (I d.C.), εἰς τὸ Χαριδήμου β. PLond.897.17 (I d.C.), cf. 1178.79 (II d.C.), SB 9699.24 (I d.C.), 9653.8, 11 (II d.C.), 9921.6 (III d.C.), εἴ τις ἐκ τοῦ βαλανείου τι κλέψι (sic) TAM 5.159 (Saitas II d.C.), IStratonikeia 701.12 (II d.C.), IEphesos 672.14 (II d.C.), 1104.5 (III d.C.), cf. Hierocl.Facet.23, Mart.Pol.13.1
en casas particulares PSI 547.27 (III a.C.), PMich.Zen.38.33, 60 (I d.C.), ἰδίου βαλ(ανείου) PLond.1121b.5 (II d.C.)
τὸ Βαλανεῖον tít. de una comedia de Anfis, Ath.123e
de otra de Timocles, Poll.10.154
de otra de Dífilo, Ath.446d.
2 baño que se toma οὔτε γὰρ βαλανείου ... οὔτε λόγου μὴ καθαίροντος ὄφελός ἐστιν Aristo Stoic.1.88, κενωτέον ... καταπλάσμασι καὶ βαλανείοις Gal.11.46, ὅθεν δὴ καὶ ἐπιμηχανῶνται αὐτοῖς καὶ σιτία πονηρὰ καὶ βαλανεῖα τούτων χάριν D.Chr.6.11, τὸ βαλανεῖον παντὶ τρόπῳ ποίησον ὑποκαυθῆναι PFlor.127.4 (III d.C.)
fig. βαλανεῖον γάρ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία πνευματικόν Chrys.M.61.510.
II 1tasa pagada por el clero al estado por la concesión para la explotación de los baños de los templos εἰς διαγρ(αφὴν) τ[ελ(εσμάτων)] βαλανείου BGU 362.6.20 (III d.C.), cf. Ostr.1 p.167-168.
2 impuesto para la construcción y mantenimiento de baños públicos PHib.108.7 (III a.C.), en plu. PHib.116.1 (III a.C.), PTeb.5.120 (II a.C.).

Greek Monolingual

βαλανεῑον, το (AM) και βαλάνειον και -νιόν, το (Μ)
λουτρό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τα βαλανεύς, βαλανείον είναι λέξεις της αττικής κυρίως διαλέκτου που δεν απαντούν στον Όμηρο και δεν εμφανίζονται πριν από τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δάνεια αιγαιακής προελεύσεως (πρβλ. ασάμινθος), όπου ήταν γνωστή η συνήθεια του μπάνιου με ζεστό νερό. Κατ' άλλους όμως οι λέξεις αυτές είναι δημιουργήματα της Ελληνικής και προέρχονται από βάλανος «πώμα μπανιέρας» ή «βρέξιμο». Με τη δεύτερη σημασία η λ. βάλανος σχετίζεται με το βάλλω «ρίχνω, καλύπτω κάτι ρίχνοντας νερό», καθώς και με το αρχ. ινδ. galana-»αυτός που στάζει», υπόθεση όχι και τόσο πειστική. Εξάλλου η μορφολογική σχέση με το βάλανος δεν δικαιολογείται σημασιολογικά. Μία τελευταία ερμηνεία ανάγεται σε υποθετικό τ. βάλανα «φιάλη με νερό για τους λουομένους»].

Greek Monotonic

βᾰλᾰνεῖον: τό, Λατ. balineum, balneum, λουτρό (ο χώρος συνολικά ή ο συγκεκριμένος λουτήρας), σε Αριστοφ.· συχνότερα απαντά στον πληθ., στον ίδ.