Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαρύγδουπος

Revision as of 17:30, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (nl)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βᾰρῠγδουπος Medium diacritics: βαρύγδουπος Low diacritics: βαρύγδουπος Capitals: ΒΑΡΥΓΔΟΥΠΟΣ
Transliteration A: barýgdoupos Transliteration B: barygdoupos Transliteration C: varygdoupos Beta Code: baru/gdoupos

English (LSJ)

ον,

   A loud-thundering, loud-roaring, Ζεύς Pi.O.8.44; ἄνεμοι Id.P.4.210, cf. AP9.674; ἔρωτες Ion Lyr.9.3.

German (Pape)

[Seite 433] für βαρύδουπος, stark tosend, Ζεύς Pind. Ol. 6, 81; ἄνεμος P. 4, 210; ἀῆται Ep. ad. 373 (IX, 674); sp. D., Mus. 270 θάλασσα.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰρύγδουπος: -ον, ὁ ἠχηρῶς βροντῶν, ἠχηρῶς κροτῶν, Ζεύς Πίνδ. Ο. 8. 58· ἄνεμοι ὁ αὐτ. Π. 4. 373· ἔρωτες Ἴων 9. 1 Bgk.

English (Slater)

βᾰρύγδουπος
   1 loud thundering βαρυγδούπων ἀνέμων (P. 4.210) of Zeus, βαρυγδούπῳ πατρὶ (O. 6.81) βαρυγδούπου Διός (O. 8.44)

Spanish (DGE)

(βᾰρύγδουπος) -ον
que retumba gravemente Ζεύς Pi.O.8.44, ἄνεμοι Pi.P.4.210, ἀῆται AP 9.674, θάλασσα Musae.270, ἔρωτες Io Lyr.5.3; v. βαρύδουπος.

Greek Monolingual

και βαρύδουπος, -η, -ο (Α βαρύγδουπος, -ον και AM βαρύδουπος, -ον)
αυτός που προκαλεί βαρύ γδούπο, κρότο
νεοελλ.
εκείνος που προκαλεί κενό, περιττό θόρυβο.

Russian (Dvoretsky)

βαρύγδουπος: Pind., Anth. = βαρυβρεμέτης.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βαρύγδουπος -ον βαρύς, (γ)δοῦπος zwaar dreunend van Zeus, de winden. Pind.