Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βασιλικός

Revision as of 13:15, 3 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (cc1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: βᾰσῐλικός Medium diacritics: βασιλικός Low diacritics: βασιλικός Capitals: ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
Transliteration A: basilikós Transliteration B: basilikos Transliteration C: vasilikos Beta Code: basiliko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A royal, kingly, ποιέεις οὐδαμῶς -κά Hdt.2.173; β. γένος A.Pr.869; β. [μοναρχία] Pl.Plt.291e; opp. τυραννικός, Arist.Pol.1285b3; βασιλικοὶ ἀπέβησαν proved themselves truly kingly, Plb.8.10.10; βασιλικόν [ἐστι] πράττειν μὲν εὖ, κακῶς δ' ἀκούειν Arr.Epict.4.6.20; ἦθος β. X. Oec.21.10; τὸ β. Id.Cyr.1.3.18: βασιλική (sc. τέχνη), ἡ, art of ruling, Andronic.Rhod.p.574M.: Comp. -ώτερος Herm. ap. Stob.1.49.45, Jul.Or.2.54d: Sup. βασιλικώτατος καὶ ἄρχειν ἀξιώτατος X.An.1.9.1, cf. Isoc.2.29; -ωτάτη χάρις Plu.Alex.21. Adv. -κῶς, παρών as a king, with kingly authority, X.Cyr.1.4.14; β. ἄρχειν Arist.Pol.1259b1.    2 of or belonging to a king, οἱ β. the king's friends or officers, Plb.8.12.10; ἐγκλήματα β. charges of high-treason, Id.25.3.1; ὀφειλήματα β. debts to the king, ib.3; β. πρόσοδοι PPetr.3p.56; γραμματεύς (cf. 11.1) Wilcken Chr.233.2 (ii B.C.), etc.; γεωργοί PTeb.5.200 (ii B.C.), etc.; ὁδὸς β. the king's highway, LXXNu.20.17, PPetr.3p.65(iii B.C.); μὴ εἶναι β. ἀτραπὸν ἐπὶ γεωμετρίαν no royal road, Euc. ap.Procl.in Euc.p.68F.; β. νόμος OGI483.1, Ep.Jac.2.8; αἱ β. βίβλοι the books of Kings, Ph.1.427.    3 choice (cf. βασίλειος 3), μίνδαξ Amphis27.    4 κάρυα β. walnuts, Dsc.1.125; καρύαι PSI4.428.65(iii B.C.).    b β. κύμινον, = ἄμι, Dsc.3.62.    II as Subst.,    1 βασιλικός (sc. γραμματεύς), ὁ, official in Egyptian νομοί, POxy.1219.15 (iii A. D.).    b (sc. οἶκος) basilica, CIG2782.25 (Aphrodisias).    c (sc. ὄρνις) = ἀκαλανθίς, Sch.Ar.Pax1078.    d (sc. ἀστήρ) = βασιλίσκος v, Cat.Cod.Astr.7.201.23.    2 βασιλικὴ στοά hall divided into aisles by columns, IG12(3).326.18 (Thera), Str.5.3.8 (pl.); β. alone, OGI511.15 (Aezani), Lat. basilica, Vitr.5.1.4,6.3.9, cf. Plu.Publ.15, Cat.Mi.5, App.BC2.26.    3 βασιλικόν (sc. ταμιεῖον), τό, treasury, εἰς τὸ β. ἀπομετρῆσαι, τελεῖν, PSI4.344.17 (iii B.C.), D.S.2.40, etc.; ὀφείλειν PRev.Laws5.1, al.; royal bank, OGI90.29 (Rosetta), PRein.13.19, al., BGU830.18 (i A. D.).    b (sc. δῶμα) palace, D.C. 60.4.    c (sc. πρόσταγμα) royal decree, LXX Es.1.19.    d (sc. φάρμακον) name for various remedies, = τετραφάρμακον, Gal.12.601; of other compounds, ibid.; a plaster, Id.13.184; an eyesalve, Id.12.782 (also -κός, ὁ, a bandage, Id.18(1).777).    e (sc. φυτόν) basil, Ocimum basilicum, Suid.    f βασιλικά, τά, communications received from kings, SIG333.23 (Samos), 426.26 (Teos); also, interests or revenues of the crown, PRev.Laws 15.4 (iii B. C.), PTeb.5.256 (ii B. C.), LXX 1 Ma.10.43; prerogatives, ib.15.8.

German (Pape)

[Seite 437] 1) königlich, fürstlich, γένος Aesch. Prom. 871; Plat. Polit. 279 a; ἡ βασιλική, sc. τέχνη, die Kunst König zu sein, zu regieren als König, der τυραννική entgeggstzt, 291 e u. öfter; Xen. Mem. 4, 2, 11; οἱ βασιλικοί, Hofleute, Plut. Sol. 27. – 2) würdig, König zu sein, βασιλικώτατος καὶ ἄρχειν ἀξιώτατος Xen. An. 1, 9, 1; übh. eines Königs würdig, βασιλικώτερον, -ώτατόν τι ἡγεῖσθαι Isocr. 2, 29; Plut. Alex. 21; prächtig, z. B. βασιλικῶς παρεῖναι Xen. Cyr. 1, 4, 14. Bei Pol. 26, 5 sind βασιλικὰ ἐγκλήματα, αἰτίαι Anklagen auf Hochverrath, maiestatis crimina; – ἡ βασιλική, als subst., sc. στοά, eine Säulenhalle in Athen, = βασίλειος, Plat. Charm. 153 a. In Rom öffentliche Gebäude mit Säulengängen zum Rechts- u. Handelsverkehr, Vitruv. 5, 1; Sp. auch die seit Constantin nach diesem Muster gebaueten christlichen Kirchen; τὸ βασιλικόν, theils Palast, D. Cass., theils aber, sc. ταμιεῖον, königlicher, kaiserlicher Schatz, Fiscus, D. Sic. 2, 40; D. L. 7, 181. – Bei den Aerzten eine Salbe.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰσῐλικός: -ή, -όν, ὅμοιον τῷ βασίλειος, βασιλικός, ἐμπρέπων εἰς βασιλέα, Ἡροδ. 2. 173, Αίσχυλ. Πρ. 869, Πλάτ., κ.ἀλλ.· μοναρχίαι β., ἀντίθ. τῷ τυραννικαί, Ἀριστ. Πολ. 3. 14, 11· αἱ β. βίβλοι, τὰ βιβλία τῶν βασιλέων ἢ βασιλειῶν (τῆς Π. Δ.), Φίλων 1. 427. 2) ὅμοιος βασιλεῖ, βασιλικός, ἡγεμονικός, βασιλικώτατος καὶ ἄρχειν ἀξιώτατος Ξεν. Ἀν.1. 9, 1, πρβλ. Ἰσοκρ. 20D· ἦθος β. Ξεν. Οἰκ. 21, 10· οὕτω, τὸ βασ. ὁ αὐτ. Κύρ. 1. 3, 18.-- Ἐπίρρ., βασιλικῶς παρών, ὡς βασιλεύς, μετὰ βασιλικῆς έξουσίας, Ξεν. Κύρ. 1. 4., 14· β. ἄρχειν Ἀριστ. Πολ. 1. 12, 1. 3) ἐκ τοῦ βασιλέως ἢ εἰς τὸν βασιλέα ἀνήκων, οἱ βασιλικοί, οἱ τοῦ βασιλέως φίλοι ἢ ἀξιωματικοί, Πολύβ. 8. 12, 10· ἐγκλήματα βασ., κατηγορίαι ἐσχάτης προδοσίας, ὁ αὐτ. 26. 5, 1· ὁφειλήματα βασ., χρέη πρὸς τὸν βασιλέα, ὁ αὐτ. 26. 5, 3· τά β., τὰ δικαιώματα τοῦ βασιλέως, εἰσοδήματα, φόροι, Ἑβδ. (1 Μακκ. ιε΄, 8, κ. ἀλλ.) ὁδὸς β., ἡ δημοσία ὁδός, αὐτόθι (Ἀριθμ. κ΄, 17)· μὴ εἶναι βασιλικὴν ἀτραπὸν ἐπὶ γεωμετρίαν, οὐδεμία βασιλικὴ ὁδός, Εὐκλ. ἐν Πρόκλ. Διαδ. Προβλ. 2. 19. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., 1) βασιλική, ἡ α) (ἐξυπακουομ. τοῦ τέχνη), κληρονομικὴ μοναρχία (πρβλ. βασιλείᾱ, Πλάτ. Πολιτ. 219Ε). β) (ἐξυπακ. τοῦ στοά, ὅπερ καὶ παρατίθεται παρὰ Στράβ. 236), στοά τις ἐν Ἀθήναις ὁμοίως καλουμένη ἡ βασίλειος στοὰ Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 685)· ἴδε στοὰ ΙΙ. 2. γ) ἐν Ρώμῃ, δημόσιόν τι οἰκοδόμημα ἔχον πτέρυγας μετὰ κιόνων, ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἔνθα ἔμποροι συνηθροίζοντο, δίκαι ἐγίνοντο, κτλ., Βιτρούβ. 5. 1, πρβλ. Ποπλ. 15· κατὰ τὸ αὐτὸ σχέδιον ὁ Κωνσταντῖνος ᾠκοδόμησε τὰς χριστιανικὰς ἐκκλησίας, αἵτινες ἐντεῦθεν ὠνομάσθησαν βασιλικαί. 2) βασιλικόν, τό, α) (ἐξυπακ. ταμιεῖον) = τὸ βασιλικὸν ταμεῖον, Διόδ. 2. 40, Συλλ. Ἐπιγρ. 3137. 107., 4697. 29. β) (ἐξυπακ. δῶμα) = τὸ ἀνάκτορον, Δίων Κ. 60. 4. γ) (ἐξυπακ. τοῦ πρόσταγμα) = τὸ βασιλικὸν διάταγμα, ἡ βασιλικὴ ἀπόφασις, Ἑβδ. (Ἐσθ. α΄, 19). δ) (ἐξυπακ. φάρμακον) εἶδος ἐμπλάστρου, καλούμενον basilicon, ὡσαύτως, τετραφάρμακον Ἀλεξ. Τραλλ. ε) (ἐξυπακ. τοῦ λάχανον) τὸ φυτὸν ὁ βασιλικός, ocimum basilicum, Ἀριστ. Φυτ. 1.4, 10. 3) βασιλικός, ὁ, (ἐξυπακ. τοῦ οἶκος), ἀνάκτορον, παλάτιον, Συλλ. Ἐπιγρ. 2782. 25.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui concerne un roi, du roi, royal : οἱ βασιλικοί PLUT ceux qui sont attachés à la personne ou au service du roi (officiers de la maison du roi, courtisans, ambassadeurs, etc.);
2 qui convient à un roi, digne d’un roi;
Cp. βασιλικώτερος, Sp. βασιλικώτατος.
Étymologie: βασιλεύς.

English (Abbott-Smith)

βασιλικός, -ή, -όν (< βασιλεύς) , [in LXX for מֶלֶךְ and its cognates;]
royal, belonging to a king: χώρα, Act 12:20; ἐσθής, Ac 12:21; νόμος β., a supreme law, "a law which governs other laws and so has a specially regal character" (Hort), or because made by a king (LAE, p. 3673), Ja 2:8; τις, one in the service of a king, a courtier, Jo 4:46, 49 (WH, mg., βασιλίσκος).†

English (Strong)

from βασιλεύς; regal (in relation), i.e. (literally) belonging to (or befitting) the sovereign (as land, dress, or a courtier), or (figuratively) preeminent: king's, nobleman, royal.

English (Thayer)

(βασιλίσκος) βασιλισκου, ὁ (diminutive of βασιλεύς), a petty king; a reading noted by WH in their (rejected) margin of Polybius, others.)]

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM βασιλικός, -ή, -όν)
1. αυτός που ανήκει στον βασιλιά ή προέρχεται απ' αυτόν (α. «γιατρός βασιλικός» β. «βασιλικό παλάτι» γ. «βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα» — για διαταγή η οποία εκτελείται απόλυτα)
2. εκείνος που αρμόζει, που ταιριάζει σε βασιλιά («τρόπος βασιλικός», «τα λόγια τα βασιλικά»)
3. το αρσ. ως ουσ. ο βασιλικός (νεοελλ. και βασιλική, η και βασιλικό, το)
το αρωματικό φυτό ώκιμον το βασιλικόν (ocimum basilicum) της τάξης των Χειλανθών
(παροιμ. α. «βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει» — η φυσική ευγένεια δεν χάνεται ακόμη και μέσα στην ανέχεια ή τη δυστυχία
β. «για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα» — για κάποιον που έχει ευνοϊκή μεταχείριση χωρίς να την αξίζει αλλά προς χάριν κάποιου άλλου)
4. το θηλ. ως ουσ. αρχιτ. α) ρωμαϊκό οικοδόμημα που έχει το σχήμα μεγάλης ορθογώνιας αίθουσας και καταλήγει σε ημικυκλική ασπίδα
β) χριστιανική εκκλησία ορθογώνιου σχήματος που χωρίζεται σε κλίτη είτε με κίονες είτε με κίονες και πεσσούς εναλλάξ
μσν.- νεοελλ.
1. δημόσιοςβασιλική στράτα», «βασιλική όδός»)
2. (για εχθρό) θανάσιμος, μισητός
3. εξαιρετικός, λαμπρός
4. πολύς, υπερβολικός («βασιλικά έξοδα», «βασιλικόν το πάθος»)
5. φρ. «βασιλική πύλη» — η βασιλόθυρα, η ωραία πύλη του χριστιανικού ναού
νεοελλ.
1. βασιλόφρονας, οπαδός της βασιλείας ή του βασιλιά
2. αυτός που εξέχει, που ξεχωρίζει (α. «βασιλικό ξίγγι» — το λίπος γύρω από τα νεφρά των ζώων
β. «βασιλικιά φλέβα» — η αρτηρία
γ. «βασιλικό άντερο» — το παχύ έντερο, το απευθυσμένο
δ. «βασιλικό δάχτυλο» — το μεγάλο δάχτυλο, ο αντίχειρας
ε. «βασιλικό σίδερο» — ο άξονας της αντένας του ανεμόμυλου
στ. «βασιλικός καιρός» — ένας απ' τους τέσσερεις κύριους ανέμους
ζ. «βασιλικό δόντι» — ο τραπεζίτης, ο γομφίος
η. «βασιλικό κερί» — η κερήθρα που περιέχει τα αβγά της βασίλισσας)
3. λαμπρός ή εξαιρετικής ποιότητας («βασιλική μέρα», «βασιλικά σύκα»)
4. γόνιμος, εύφορος («βασιλικό περιβόλι»)
5. (σε προσαγορεύσεις) (για τον βασιλιά) «η Αυτού Βασιλική Μεγαλειότης», (για πρίγκιπες) «η Αυτού Βασιλική Υψηλότης»
6. φρ. «βασιλικός πολτός» — πυκνή, λευκή, θρεπτική ουσία με την οποία τρέφονται οι νύμφες των μελισσών
7. φρ. «βασιλική φλέβα» — υποδόρια φλέβα που ξεκινά από το ωλένιο χείλος του πήχεως και κατευθύνεται προς τον ώμο, όπου ενώνεται με τη βραχιόνια φλέβα
αρχ.-μσν.
φρ. οἱ βασιλικοὶ ή «βασιλικοὶ ἄνθρωποι» — πρόσωπα της υπηρεσίας του βασιλιά
αρχ.
1. αυτός που ανήκει στον «ἄρχοντα βασιλέα» της αρχαίας Αθήνας ή σχετίζεται μ' αυτόν
2. βασιλικός (γραμματεύς)
υπάλληλος αιγυπτιακού νομού
3. φρ. «βασιλικά ἐγκλήματα» — κατηγορίες εσχάτης προδοσίας
4. φρ. «ὀφειλήματα βασιλικά» — οφειλές προς το βασιλικό ταμείο
5. το ουδ. ως ουσ. το βασιλικόν
α) το βασιλικό ταμείο
β) η τράπεζα που ανήκει στον βασιλιά
γ) βασιλική διαταγή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βασιλικός, που υποκατέστησε στη χρήση το βασίλειος, προήλθε < βασιλεύς με αναλογικό σχηματισμό κατά το πρότυπο του τυραννικός κ.ά.].

Greek Monotonic

βᾰσῐλικός: -ή, -όν, όπως το βασίλειος,
I. 1. μεγαλοπρεπής, δεσποτικός, σε Ηρόδ., Αττ.
2. όμοιος με βασιλιά, πριγκηπικός· βασιλικώτατος καὶ ἄρχειν ἀξιώτατος, σε Ξεν.· επίρρ., βασιλικῶς, ως βασιλιάς, με βασιλική εξουσία, στον ίδ.
II. ως ουσ.,
1. βασιλικὴ (ενν. στοά), , περιστύλιο στην Αθήνα, σε Πλάτ.· βλ. στοά.
2. βασιλικός, , αξιωματούχος του βασιλιά, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

βᾰσῐλικός: II ὁ (преимущ. pl.) приближенный царя, придворный, царедворец Polyb., Plut.
царский, царственный Aesch., Her., Xen., Plat., Arst., Plut.: ἐγκλήματα βασιλικά Polyb. обвинения в государственной измене; ὀφειλήματα βασιλικά Polyb. долги царю.

Middle Liddell

like βασίλειος
I. royal, kingly, Hdt., attic
2. like a king, kingly, princely, βασιλικώτατος Xen.:—adv., βασιλικῶς as a king, with kingly authority, Hdt.
II. as Subst.,
1. βασιλική (sub. στοά), a colonnade at Athens, Plat.; v. στοά.
2. βασιλικός, ὁ, king's officer, NTest.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βασιλικός -ή -όν
1. adj. koninklijk:; βασιλικόν... γένος koninklijk nageslacht Aeschl. PV 869; βασιλικωτάτη χάρις de meest koninklijke gunst Plut. Alex. 21.5; wat bij een koning hoort, als van een koning:; νῦν δὲ ποιέεις οὐδαμῶς βασιλικά nu handel jij allesbehalve koninklijk Hdt. 2.173.2; adv.. τέκνων δὲ βασιλικῶς (ἄρχει) over zijn kinderen heeft de vader het gezag van een koning Aristot. Pol. 1259b1.
2. subst. ὁ βασιλικός hoveling ; NT Io. 4.46; ἡ βασιλική basilica (openbaar gebouw). Plut. Publ. 15.5.

Chinese

原文音譯:basilikÒj 巴西利可士
詞類次數:形容詞(5)
原文字根:(作)君王(的) 相當於: (מֶלֶךְ‎)
字義溯源:王朝的,屬王的,王的,大臣,至尊的;源自(βασιλεύς)*=君主,王)
出現次數:總共(5);約(2);徒(2);雅(1)
譯字彙編
1) 大臣(2) 約4:46; 約4:49;
2) 至尊的(1) 雅2:8;
3) 王(1) 徒12:20;
4) 王的(1) 徒12:21