Open main menu

LSJ β

βλάστηση

Greek Monolingual

η (AM βλάστησις) βλαστάνω
το να βλαστάνει κάτι, φύτρωμα
μσν.- νεοελλ.
φυτό
νεοελλ.
1. το σύνολο των φυτών ενός τόπου
2. η χρονική περίοδος κατά την οποία τα φυτά πετάνε βλαστάρια.