Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βούκινο

Revision as of 07:01, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (7)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (Μ βούκινον)
κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα
νεοελλ.
φρ. «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο» — διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bucinum].