Open main menu

LSJ β

γαστρί

Greek Monolingual

το (AM γαστρίον) γαστήρ
νεοελλ.
γλαστράκι, συνήθως σταμνί του οποίου έσπασε το επάνω μέρος
μσν.
κάθε μεταλλικό έλασμα πανοπλίας στο μέρος της κοιλιάς
αρχ.
1. είδος αλλαντικού
2. γλύκισμα με σουσάμι.