Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γενέθλη

Revision as of 12:22, 21 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (big3_9)
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: γενέθλη Medium diacritics: γενέθλη Low diacritics: γενέθλη Capitals: ΓΕΝΕΘΛΗ
Transliteration A: genéthlē Transliteration B: genethlē Transliteration C: genethli Beta Code: gene/qlh

English (LSJ)

Dor. γένεθλ-θλα, ἡ:    I of persons, race, stock, family, c. gen. pers., Παιήονός εἰσι γενέθλης Od.4.232, cf. 13.130; σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης of thy race by blood, Il.19.111; γενέθλην by birthor origin, ἦν δὲ γ. Ἴκιος Call.Aet.1.1.7; of horses, breed, stock, Il.5.270; θηρῶν γ. h.Hom.27.10; τῶν ἀλιθίων ἀπείρων [ἐστὶ] γενέθλα Simon.5.6.    2 offspring, h.Ap.136, S.El.129 (lyr.), 226 (lyr.), etc.    3 birth, γενέθλας ἀρχά Hymn.Is.36.    II birthplace, ὅθι ἀργύρου ἐστὶ γ. Il.2.857.    2 generation, age, οὔ τι παλαιόν, ἐφ' ἡμετέρῃ δὲ γενέθλῃ Opp.H.5.459.    3 time of birth, ἐκ γενέθλης D.P.1044.

German (Pape)

[Seite 481] ἡ, gleichbedeutend mit γενεά, welches vgl.; Geschlecht, Abstammung; Hom. Od. 4, 232 ἦ γὰρ Παιήονός εἰσι γενέθλης; 13, 130 τοί πέρ τοι ἐμῆς ἔξεισι γενέθλης; Iliad. 19, 111 τῶν ἀνδρῶν, οἳ σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης, vgl. 105 τῶν ἀνδρῶν γενεῆς οἵ θ' αἵματος ἐξ ἐμεῦ εἰσίν; von Pferden Iliad. 5. 270 τῶν οἱ ἓξ ἐγένοντο ἐνὶ μεγάροισι γενέθλη (v. l. γενέθλης); vom Silber, Iliad. 2. 857 τηλόθεν ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη. – Ap. Rh. 2, 521; Soph. El. 219 u. a. D.; Zeitalter, ἐφ' ἡμετέρῃ γενέθλῃ Opp. H. 5, 459; ἐκ γενέθλης, von Geburt an, Dion. Per. 1044.

Greek (Liddell-Scott)

γενέθλη: Δωρ. –θλα, ἡ: 1) ἐπὶ προσώπων, φυλή, γενεά, οἰκογένεια, μ. γεν. προσ., Παιήονός εἰσι γενέθλης Ὀδ. Δ. 232, πρβλ. Ν. 130· σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης, ἐκ τῆς ἰδικῆς σου γενεᾶς δι’ αἵματος, Ἰλ. Τ. 111· ἐπὶ ἵππων, γενεά, γένος, Ε. 270· θηρῶν γ. Ὕμν. Ὁμ. 27. 10· τῶν ἀλιθίων ἀπείρων [ἐστι] γενέθλα Σιμων. 8. 13. 2) γένος, τέκνα, ἀπόγονοι, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 136, Σοφ. Ἡλ. 129, 226, κτλ. ΙΙ. ἐπὶ τόπου ἢ χρόνου, ἀργύρου γ., μεταλλεῖον ἀργύρου, Ἰλ. Β. 857. 2) γενεά, ἡλικία, οὔ τι παλαιόν, ἐφ’ ἡμετέρῃ δὲ γενέθλῃ Ὀππ. Ἁλ. 5. 459. 3) ὁ καιρὸς τῆς γεννήσεως, ἐκ γενέθλης Διον. Π. 1044.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. race, famille :
1 en gén. τινος εἶναι γενέθλης OD ou ἐκ γενέθλης OD être de la race de qqn ; σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης IL ils sont de ta race par le sang;
2 descendants, postérité;
II. lieu de naissance ou d’origine : ἀργύρου γενέθλη IL lieu d’où l’on tire l’argent, patrie de l’argent.
Étymologie: γίγνομαι.

English (Autenrieth)

ης (parallel form of γενεή): race, stock; ἀργύρου, ‘home,’ Il. 2.857.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Alolema(s): lesb., dór. γενέθλα Alc.129.7, Simon.37.38, Hymn.Is.36 (Andros)
I 1familia, estirpe, linaje σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης Il.19.111, ἐμῆς ἔξ εἰσι γενέθλης Od.13.130, Παιήονος ... γ. Od.4.232, cf. Hes.Fr.150.19, 204.7, ὦ φιλία γ. S.Fr.226, ἦν δὲ γενέθλην Ἴκιος Call.Fr.178.7, Ζηνὸς ... γ. Orác. en IGR 4.360.13 (Pérgamo II d.C.), cf. Colluth.250, Orph.A.254, Pamprepius 4.44.
2 raza, casta ἀταρτηροῖο γενέθλης de mala ralea Hes.Th.610, Λαιστρυγονίην ... γενέθλην Hes.Fr.150.26, τῶν ἠλιθίων ... γ. Simon.l.c., del género humano γενέθλας ἀρχά Hymn.Is.l.c., θηρῶν γ. h.Hom.27.10.
3 descendencia, vástagos Διὸς Λητοῦς τε γ. h.Ap.136, cf. S.El.128
de caballos cría τῶν οἱ ἓξ ἐγένοντο ... γ. Il.5.270.
II concr.
1 origen, generación ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γ. Il.2.857, ref. a Hera κυδαλίμαν θέον πάντων γενέθλαν diosa gloriosa, origen de todas las cosas Alc.l.c.
2 nacimiento, alumbramiento ἐκ δὲ γενέθλης νηπίαχοι τόξοισι καὶ ἱπποσύνῃσι μέλονται D.P.1044, δυσώδινος γ. AP 6.272 (Pers.).
3 generación ἐφ' ἡμετέρῃ γενέθλῃ en nuestra generación, e.d. en nuestra época Opp.H.5.459.