Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεωργός

Revision as of 13:15, 3 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (cc1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: γεωργός Medium diacritics: γεωργός Low diacritics: γεωργός Capitals: ΓΕΩΡΓΟΣ
Transliteration A: geōrgós Transliteration B: geōrgos Transliteration C: georgos Beta Code: gewrgo/s

English (LSJ)

όν, (γῆ, ἔργον)

   A tilling the ground, βοίδιον Ar.Ach.1036; fertilizing, Νεῖλος Lib.Or.13.39:—as Subst., γεωργός, ὁ, husbandman, Hdt.4.18, Ar.Pax 296, Pl.Phdr.276b, etc.; οἱ γ., opp. οἱ μισθαρνοῦντες, Arist.Pol.1296b28; but γ., opp. ὁ δεσπότης τοῦ χωρίου, IG22.1100; so of vine-dressers, gardeners, etc., Pl.Tht.178d, Ael.NA7.28; γ. ὄχλος the peasantry, D.H.10.53; γ. βίος prob. in Ar.Pax589; δένδρων ὧν γ. αἵδε αἱ χεῖρες Philostr.VA2.26.

German (Pape)

[Seite 488] das Land bestellend, βοΐδιον, Ackerstierchen, Ar. Ach. 1036; ὄχλος Dion. Hal. 10, 54; gew. ὁ γ., der Ackerbauer, Landmann, Her. 4, 18; Ar. Plut. 903; Plat. u. Folgde; auch = Winzer, Ael. H. A. 7, 28; Aristaen. 1, 3.

Greek (Liddell-Scott)

γεωργός: -όν, (γῆ, ἔχω), ὁ τὴν γῆν ἀνακόπτων, βοίδιον Ἀριστοφ. Ἀχ.1036·― ὡς οὐσιαστικόν, γεωργός, ὁ, Ἡρόδ. 4.18, Ἀριστοφ. Εἰρ. 296, Πλάτ. Φαίδρ. 276Β, κτλ.· οἱ γ., ἦσαν ἀναμφιβόλως μικρῶν ἀγρῶν κύριοι, ἐπειδὴ ἀντιτίθεται πρὸς τὸ οἱ μισθαρνοῦντες, Ἀριστ. Πολ. 4. 12, 3· ἀλλὰ τὸ ὁ γεωργὸς ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ὁ δεσπότης τοῦ χωρίου, Συλλ. Ἐπιγρ. 355. 21· οὕτως ἐπὶ ἀμπελουργῶν, κηπουρῶν, κτλ., Πλάτ. Θεαίτ. 178C, Αἰλ. π. Ζ. 7. 28, Φιλόστρ. 78· γ. ὄχλος, οἱ χωρικοί, Διον. Ἁλ. 10. 53.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
1 cultivateur, laboureur;
2 vigneron.
Étymologie: γῆ, ἔργον.

English (Strong)

from γῆ and the base of ἔργον; a land-worker, i.e. farmer: husbandman.

English (Thayer)

γεωργου, ὁ (from γῆ and ἘΡΓΩ), from (Herodotus), Xenophon, and Plato down; a husbandman, tiller of the soil: Sept.; used of a vine-dresser (Aelian nat. an. 7,28; (Plato, Theact., p. 178d.; others)) in John 15:1.

Greek Monolingual

ο (AM γεωργός, ο
Α και γεωργός, -όν)
καλλιεργητής της γης, αγρότης
αρχ.
1. στον πληθ. οι γεωργοί
κύριοι μικρών αγρών ως ιδιαίτερη κοινωνική τάξη της αρχαίας Αθήνας
2. φρ. «γεωργός ὄχλος» — γεωργοί, χωρικοί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Με αντιμεταχώρηση < γη (F) οργός < γᾱFοργος < γᾱ - + -Fοργος < έργον].

Greek Monotonic

γεωργός: -όν (γῆ, *ἔργω), αυτός που οργώνει το έδαφος, σε Αριστοφ.· ως ουσ., γεωργός, , καλλιεργητής της γης, σε Ηρόδ., Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

γεωργός: II ὁ земледелец Her., Arph., Plat., Arst.
пашущий землю, рабочий (βοΐδιον Arph.).

Middle Liddell

[γῆ, *ἔργω
tilling the ground, Ar.:—as Subst., γεωργός, ὁ, a husbandman, Hdt., Ar., Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γεωργός -όν [γῆ, ἔργον die het land bewerkt; subst. landbouwer, boer; ook van wijnboeren e.d.; christ. van God :. ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστιν mijn Vader is de landbouwer NT Io. 15.1.

Chinese

原文音譯:gewrgÒj 給-哦而哥士
詞類次數:名詞(19)
原文字根:土地-行為(者)
字義溯源:耕種者,農夫,園戶,栽培的人;由(γῆ)*=地)與(ἔργον)=行為)組成;而 (ἔργον)出自(ἔργον)X*=工作)。參讀 (ἀγρός)同義字
出現次數:總共(19);太(6);可(5);路(5);約(1);提後(1);雅(1)
譯字彙編
1) 園戶(15) 太21:33; 太21:34; 太21:35; 太21:38; 太21:40; 太21:41; 可12:2; 可12:2; 可12:7; 可12:9; 路20:9; 路20:10; 路20:10; 路20:14; 路20:16;
2) 農夫(2) 提後2:6; 雅5:7;
3) 那些園戶(1) 可12:1;
4) 栽培的人(1) 約15:1