Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάφος

Revision as of 07:02, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (8)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

French (Bailly abrégé)

réc. c. κνάφος.

Greek Monolingual

γνάφος και κνάφος, ο (Α) κνάπτω
1. το αγκαθωτό φυτό δίψακος ο γναφευτικός
2. χτένι τών μαλλιών, χτένι χρήσιμο για κατεργασία ερίων
3. βασανιστήριο όργανο σε σχήμα χτενιού.