Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίζημαι

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: δίζημαι Medium diacritics: δίζημαι Low diacritics: δίζημαι Capitals: ΔΙΖΗΜΑΙ
Transliteration A: dízēmai Transliteration B: dizēmai Transliteration C: dizimai Beta Code: di/zhmai

English (LSJ)

Hdt.7.103, Anacr.4, Theoc.16.68: 2sg.

   A δίζηαι Od.11.100: 3pl. δίζηνται B.1.67, once in Trag., A.Supp.821 (lyr.); part. διζήμενος Od.16.391, al., Hdt.7.142, al.: impf. ἐδίζητο Id.3.41, Phoen.1.4: fut. διζήσομαι Od.16.239, Lyc.682; 2sg. διζήσεαι Parm. 8.6: aor. ἐδιζησάμην Heraclit.101. (Ep., Ion., Lyr., = Att. ζητέω (which occurs only once in Hom.); cf. δίζω 11):—seek out, look for among many, Πάνδαρον… διζημένη εἴ που ἐφεύροι Il.4.88, cf. 5.168, Anacr.4; ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν Heraclit. l. c.    II seek for, ἢ καὶ διζησόμεθ' ἄλλους Od.16.239; νόστον δίζηαι; 11.100; νόστον ἑταίροισιν διζήμενος ἠδ' ἐμοὶ αὐτῷ devising means for a return, 23.253; μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος seeking to win her by gifts, 16.391; γύην… κατ' ὄρος δ. ἢ κατ' ἄρουραν Hes.Op.428; δ. τὸ μαντήϊον to seek out, seek the meaning of, Hdt.7.142; ἀγγέλους δ. εἰto inquire of them whether... Id.4.151; δ. ἐπ' ᾧ ἂνId.3.41; ὅτινιTheoc.16.68<*> abs., Democr.108.    III c. inf., seek, desire to do, πλέον δ. ἔχειν Hdt.2.147, cf.A.l.c., B.l.c., and later Ep., Tryph.525, etc.: c. acc. et inf., demand, require that... σὲ δ. εἴκοσι εἶναι ἀντάξιον Hdt.7.103. (Perh. redupl. fr. root of ζητέω.)

German (Pape)

[Seite 623] fut. διζήσομαι, aor. ἐδιζησάμην, Heraclit. bei Plut. adv. Col. 20, suchen, aufsuchen, versuchen, sich zu verschaffen suchen; erfragen, ausforschen. Vielleicht ist das δι- Reduplication, Wurzel Ζε-, verwandt ζητέω, s. Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 2, 196. Vgl. δίζω und διφάω. Im praes. und imperfect. ist das η merkwürdig, δίζημαι, δίζηαι, διζήμενος, δίζησθαι, ἐδίζητο; vgl. Scholl. Herodian. Iliad. 6, 268. Constructionen wie bei allen Verbis des Fragens. – Homer: διζησόμεθα Odyss. 16, 239; δίζηαι Odyss. 11, 100; διζημένη Iliad. 4, 88; διζήμενος Iliad. 5, 168. 10, 84. 13, 760. 17, 221 Odyss. 1, 261. 15, 90. 16, 391. 21, 22. 161. 23, 253. – Oft bei Her., ἄκεα 1, 94; auch = erfragen, ausforschen; τὸ μαντήϊον; mit indirekter Frage, 4, 151; auch σὲ δίζημαι εἴκοσι εἶναι ἀντάξιον, 7, 103, ich verlange von dir, daß du es mit 20 aufnimmst; Aesch. Suppl. 821 λαβεῖν δίζηνται, wie Her. 7, 103; Tryph. 525; D. L. 9, 5.

Greek (Liddell-Scott)

δίζημαι: Ἡρόδ. 7. 103· β΄ ἑνικ. δίζηαι Ὀδ. Λ. 100· γ΄ πληθ. δίζηνται Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 821 (οὐδαμοῦ ἄλλοθι παρ’ Ἀττ.), ἀπαρέμφατ. δίζησθαι Βακχυλ. 17. 60 (Blass), μετοχ. διζήμενος, συχνὸν παρ’ Ὁμήρ. καί Ἡροδ.· παρατ. ἐδίζητο Ἡρόδ. 3. 41· μέλλ. διζήσομαι Ὀδ. Π. 239· ἀόρ. ἐδιζησάμην Ἡράκλειτ. παρὰ Πλουτ. 2. 1118C· ἀποθ. - Ἡ λέξις εἶναι Ἐπ. καί Ἰων. = Ἀττ. ζητέω (ὅπερ ἀπαντᾷ μόνον ἅπαξ παρ’ Ὁμ.), καί εἶναι ἕν τῶν ὀλίγων ῥημάτων εἰς μι, τῶν διατηρούντων τὸ η ἐν τοῖς τύποις τοῦ ἐνεστῶτος· (πρβλ. δίζω). Ἀναζητῶ, προσπαθῶ νὰ εὕρω μεταξὺ πολλῶν, Πάνδαρον… διζημένη, εἴ που ἐφεύροι Ἰλ. Δ. 88, Ε. 168. πρβλ. Ν. 760. ΙΙ. ἐπιζητῶ, ἐπιδιώκω, ἢ καὶ διζησόμεθ’ ἄλλους Ὀδ. Π. 239· νόστον δίζηαι…; μήπως ἐπιδιώκεις…; Λ. 100· νόστον ἑταίροισιν διζήμενος ἠδ’ ἐμοὶ αὐτῷ, ἐπινοῶν μέσα πρὸς ἐπιστροφήν, Ψ. 253· ἐέδνοισιν διζήμενος, πειρώμενος νὰ κερδήσῃ αὐτὴν διὰ δώρων, Ὀδ. Π. 391. Φ. 161· γύην… κατ’ ὄρος δ. ἢ κατ’ ἄρουραν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 426· δ. τό μαντήϊον, ἐκζητῶ, ζητῶ τήν σημασίαν τοῦ…, Ἡρόδ. 7. 142· ἀγγέλους δ. εἰ…, ἐρωτῶ, ἐξετάζω αὐτούς ἂν…, ὁ αὐτ. 4. 151· δ. ἐπ’ ᾧ ἂν… ὁ αὐτ. 3. 41. ΙΙΙ. μετ’ ἀπαρ., ζητῶ, ἐπιθυμῶ νὰ πράξω τι, ὁ αὐτ. 2. 147, Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ. καὶ μεταγ. Ἐπ.· μετ' αἰτιατ. καὶ ἀπαρ., σὲ δ. εἴκοσι εἶναι ἀντάξιον Ἡρόδ. 7. 103.

French (Bailly abrégé)

f. διζήσομαι, ao. ἐδιζησάμην;
1 chercher, acc.;
2 chercher à obtenir : τί τινι, qch pour qqn ; abs. δ. ἐέδνοισιν OD chercher à obtenir (une femme pour épouse en lui offrant) des présents ; avec un inf. chercher à, désirer;
3 chercher à saisir, à comprendre, acc..
Étymologie: Rad. ζη- de ζητέω, avec redoubl.

English (Autenrieth)

fut. διζησόμεθα: go to seek, seek, seek to win, w. acc.; abs., ἕκαστος μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος, Od. 16.391.

English (Slater)

δίζημαι ?
   1 seek καὶ μυχοὺς διζάσατο (sc. Ἀπόλλων), βαλλόμενος κρηπῖδας ἀλσέων (Meineke, Wil.: δινάσατο, δεινάσατο codd. Strabonis) fr. 51a. 4.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): dór. διζᾱμαι Pi.Fr.51a.4, lesb. δίσδημαι Hsch., cret. δίτταμαι Hsch.s.u. διττάμενον
1 buscar c. ac. de animados o n. concr. Πάνδαρον ἀντίθεον ..., εἴ που ἐφεύροι Il.4.88, 5.168, ἄλλους Od.16.239, ἄτεκνον ἔριθον Hes.Op.603, σε Anacr.15, ἐμεωυτόν Heraclit.B 101, νεκρόμαντιν πέμπελον Lyc.682, κερδαλέην Ἀπάτην Nonn.D.8.113, φῶτα ... ταλακάρδιον Orph.L.84, βοῦς ... πάσας θηλείας h.Merc.191, πώλυπον Simon.9, γύην ... πρίνινον Hes.Op.428, μυχούς Pi.l.c., πατρίδα Orác. en Paus.10.24.2, ῥόον ὕδατος Call.Iou.16, cf. A.R.1.1208
c. instrum. δώροις ... γυναῖκα Hes.Fr.43a.77
c. ac. de abstr. buscarse, tratar de conseguir νόστον Od.11.100, βιοτήν Phoc.9, τὸ μὴ γενέσθαι δυνατόν Simon.37.22, λύσιν πενίης Thgn.180, κέρδος Thgn.403, τἀγαθά Democr.B 108, τιν' ἀμβολίην ... δηιοτῆτος A.R.4.396
c. dat. de pers. νόστον ἑταίροισιν Od.23.253, c. instrum. ἐέδνοισιν διζήμενος tratando de conseguir (la boda con Penélope) por medio de regalos, Od.16.391.
2 como operación intelectual tratar de interpretar τὸ μαντήιον Hdt.7.142
querer saber, indagar τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὐτοῦ Parm.B 8.6, μανίης ... αἰτίην Hp.Ep.17.9
c. interr. preguntar, preguntarse ἐπ' ᾧ ἂν μάλιστα τὴν ψυχὴν ἀσηθείη ἀπολομένῳ Hdt.3.41, εἴ τις ... Hdt.4.151, cf. Orác. en IM 17.19, ὅτινι θνατῶν Theoc.16.68, ὅστις Orác. en Luc.Alex.50, οὔνομα ὅστις ἐγὼ μὴ δίζεο IG 22.3811.5 (III d.C.).
3 c. inf. pretender, desear ἔμμεναι ἐσθλόν Phoc.13, τὰ φεύγοντα ... κιχεῖν B.1.177, βίαια ... λαβεῖν A.Supp.821, πλέον τι ... ἔχειν Hdt.2.147, cf. 7.103, πολέμοιο τέλος ... εὑρεῖν Triph.525.

• Etimología: De *di-di̯ā- < *-di̯eH2-, prob. de la misma r. de que deriva δίεμαι q.u.; cf. ai. dīyati ‘volar’.

Greek Monolingual

δίζημαι (Α)
1. αναζητώ ανάμεσα σε πολλούς
2. προσπαθώ, επιδιώκω
3. (με απαρμφ.) προσπαθώ να κάνω κάτι («βίαια δίζηνται λαβεῑν», Αισχ.)
4. ζητώ πληροφορίες, εξετάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αθέματο ενεστώτα με αναδιπλασιασμό που προέρχεται από αρχικό τ. δι-δyά-μαι (για το σύμπλεγμα δy- πρβλ. και Ζευς < dyēus, πεζός < pedyός) και συνδέεται πιθ. με τα ζήλος, ζητώ].

Greek Monotonic

δίζημαι: Επικ. βʹ ενικ. δίζηαι, μτχ. διζήμενος, γʹ ενικ. παρατ. ἐδίζητο, μέλ. διζήσομαι, αποθ.:
I. ψάχνω, αναζητώ, προσπαθώ να βρω, τινα, σε Ομήρ. Ιλ.
II. αναζητώ, επιζητώ, επιδιώκω κάτι, σε Ομήρ. Οδ.· ἐέδνοισιν διζήμενος, επιδιώκοντας να την κερδίσει με δώρα, στο ίδ.· δ. τὸ μαντήϊον, ψάχνω, αναζητώ την ερμηνεία, σε Ηρόδ.· ἀγγέλους δ. εἰ..., ρωτώ, τους εξετάζω αν..., στον ίδ.· με απαρ., επιδιώκω, ζητώ, επιθυμώ, ποθώ να κάνω, στον ίδ.· με αιτ. και απαρ., απαιτώ ή χρειάζομαι, στον ίδ. (πιθ. αναδιπλ. από την ίδια ρίζα με το ζη-τέω).

Russian (Dvoretsky)

δίζημαι:
1) разыскивать, искать (ἄλλους Hom.; τι κατ᾽ ὄρος ἢ κατ᾽ ἄρουραν Hes.);
2) добиваться, домогаться (τι Hom., Theocr. и ποιεῖν τι Aesch.): πλέον τι δ. ἔχειν τὸν ἕτερον τοῦ ἑτέρου Her. стремиться получить превосходство друг над другом;
3) расспрашивать, разузнавать (εἴ τις ἀπιγμένος εἴη Her.);
4) требовать, настаивать (τινά τινα εἶναι Her.);
5) исследовать, стараться понять (τὸ μαντήϊον Her.; ἐμεωϋτόν Heracl. ap. Plut.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: search, seek out, desire (Il.; Att. has ζητέω).
Other forms: διζησόμεθ' (π 239; subj. aor., cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 455, Schwyzer-Debrunner 258 A. 1), fut. διζήσεαι (Parm. 8, 6), aor. ἐδιζησάμην (Heraklit. 101); new present δίζομαι (Herod.; s. Schwyzer 689).
Derivatives: δίζησις (Parm.), cf. Porzig Satzinhalte 197.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [00] *dieh₂- search
Etymology: One posits for δίζημαι a *δι-δι̯α-μαι. The verbal stem also in ζῆλος and ζητέω (s. vv.). Connection with δέατο (root *deih₂-; lit. in Bq.) is formally possible.

Middle Liddell

[Prob. redupl. from the same Root as ζητέω.]
Dep.
I. to seek out, look for, τινά Il.
II. to seek for, seek after a thing, Od.; ἐέδνοισιν διζήμενος seeking to win her by gifts, Od.; δ. τὸ μαντήϊον to seek out, seek the meaning of, Hdt.; ἀγγέλους δ. εἰ… to inquire of them whether… , Hdt.:—c. inf. to seek, desire to do, Hdt.; c. acc. et inf. to demand or require that, Hdt.