Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαγκωματιά

Revision as of 07:02, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (8)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και δαγκαματιά και δαγκωματιά, η (Μ δακαματέ και δακαματέα)
1. το δάγκωμα
2. η ποσότητα στερεάς τροφής που μπορεί να αποκοπεί με ένα δάγκωμα, η μπουκιά
νεοελλ.
σημάδι στο δέρμα που προέρχεται από δάγκωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δαγκωματιά < δάγκωμα και η λ. δαγκαματιά < μσν. δαγκαματία < δάγκαμα(ν) < δαγκάνω.