Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δακρύζω

Revision as of 07:02, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (8)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Spanish (DGE)

llorar δακρύζεις καὶ στενάζεις Apoc.Sedr.12.1, εἰσὶν δὲ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ (del caballo con fiebre) στυγνοὶ καὶ θολοὶ ... καὶ δακρύζουσιν πάντοτε Hippiatr.Lugd.2.

Greek Monolingual

(AM δακρύω, Μ και δακρύζω)
1. χύνω δάκρυα, αναβλύζουν δάκρυα από τα μάτια μου
2. (για τα μάτια) γεμίζω δάκρυα
3. (για φυτά) στάζω ρετσίνι ή κόμμι («το πεύκο δακρύζει ρετσίνι»)
νεοελλ.
(για βρύση ή πήλινο δοχείο) βγάζω νερό σαν δάκρυ, σταγόνα, σταγόνα
αρχ.
1. παθ. δακρύομαι
με θρηνούν
2. φρ. α) «δακρύω συμφορᾱς» — δακρύζω για τη συμφορά που μέ βρήκε
β) «δακρύω γόους» — θρηνώ με δάκρυα και φωνές.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δακρύω < δάκρυ, ενώ ο τ. δακρύζω < εδάκρυσα, αόρ. του αρχ. ρημ. δακρύω κατά το σχήμα επότισα-ποτίζω, εγύρισα-γυρίζω και ο τ. δακρυώνω < δάκρυ].