Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δείδω

Revision as of 14:30, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (1a)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δείδω Medium diacritics: δείδω Low diacritics: δείδω Capitals: ΔΕΙΔΩ
Transliteration A: deídō Transliteration B: deidō Transliteration C: deido Beta Code: dei/dw

English (LSJ)

(for δε-δϝοy-α) 1st sg. pf. in pres. sense, Il.14.44, Od.5.300 (δείδιτε should prob. be restored for δείδετε in AP9.147 (Antag.)): fut.

   A δείσομαι Il.15.299, etc.; later δείσω Q.S.4.36, etc.: aor. ἔδεισα, in Hom. ἔδδεισα (i.e. ἔδϝεισα, cf. ὑποδδείσας, = ὑποδϝείσας): aor. 2 δίον Il.22.251 (v. infr. 7), 3sg. δίε 5.566; pf. δέδοικα, ας, ε, (in pres. sense), freq. in sg., Thgn.39, A.Pers.751, Ar.Eq.38, etc.; rare in pl., δεδοίκαμεν Men.534.11, Luc.Charid.24, -κατε Ar.Ec.181; Ep. δείδοικα (i.e. δε-δϝ-) Il.1.555, al.; subj. δεδοίκωσι Hp.Art.37; inf. δεδοικέναι E.Supp.548, Ar.V.1091, Pl.Ax.372, etc.; part. -κώς Anacr.43, Ar.Pax607, Hdt.1.107, etc.: plpf. in impf. sense, Ar. Pl.684, Pl.R.472a, etc.; 3pl. -οίκεσαν Th.4.27, X.An.3.5.18 :— also δέδια A.Pr.184 (lyr.), S.OC1469 (lyr.), commonly used in Prose, D.14.4, Luc.Prom.Es5, etc.; δέδιε Amphis 33.6, Men.223.13; pl. δέδιμεν, δέδιτε, Th.3.53,56, 4.126, etc.; δεδίασι Ar.Eq.224, Pl.Ap.29a, etc. (once in Hom., Il.24.663); Ep. δείδια ib.13.49, al., 3sg. δείδιε Od.16.306; pl. δείδῐμεν Il.9.230, etc.; δείδῐτε APl.c. (v. supr.); imper. δέδῐθι Ar.Eq.230, V.273, Ep. δείδῐθι Il.5.827, etc.; later δείδῑθι Nic.Al.443 (δείδιχθι cod. opt.), δέδῑθι Babr.75.2 codd.; subj. δεδίη X.Ath.1.11; δεδίωσι Isoc.4.156, etc.; inf. δεδιέναι Th. 1.136, Pl.Phd.88b, etc., Ep. δειδίμεν (to be distd. from 1pl. indic. δείδιμεν) Od.9.274, 10.381; part. δεδιώς Ar.Ec.643, Pl..448, Th.6.24, etc., fem. δεδιυῖα prob. in Pl.Phdr.254e, Ep. acc. δειδιότα, pl. -ιότες, -ιότων, -ιότας, Il.6.137, etc.: plpf. ἐδεδίειν, εις, ει, Hyp.Lyc.6, D.34.27, etc.; Ep. 3sg. δείδιε Il.18.34; 3pl. ἐδεδίεσαν Th.4.55 codd., X. An.5.7.36, ἐδέδισαν Pl.Lg.685c; Ep. 1pl. ἐδείδιμεν Il.6.99, 3pl. ἐδείδισαν 5.790, al., δείδισαν 15.652 (hence in late Ep., impf. ἐδείδιου, -ιες, -ιε, Q.S.10.450, Nonn.D.2.608, 35.30):—in Prose the shorter forms are generally preferred:—fear, distd. from φοβέομαι (v. δέος): Construct.:    1 abs., Hom., etc.    2 folld. by a Prep., δ. περί τινι to be alarmed, anxious about... Il.17.242, 5.566, etc.; ἀμφί τινι A.Pr. 184(lyr.); τῆς τυραννίδος πέρι E.Supp.446; ὑπέρ τινος Th.1.74; δ. ἐκ τῶν ὕπνων Plb.5.52.13; θορύβῳ Plu.Dem.9.    3 folld. by a relat. clause, mostly with μή .., and folld. by subj., Il.1.555, etc.; rarely by indic., δείδω μὴ… νημερτέα εἶπεν Od.5.300; ὃν δέδοικ' ἐγὼ μή μοι βεβήκη S.Ph.493, cf. OT767, Th.6.88; δέδοιχ' ὅπως μὴ… ἀναρρήξει κακά, = δέδοικα μή... S.OT1074, cf. D.8.53, 9.75, Ar.Eq.112; μὴ δείσῃς ποθ' ὡς… ὄψεται S.El.1309; δ. μὴ οὐ, folld. by subj., δέδιμεν μὴ οὐ βέβαιοι ἦτε Th.3.57, cf. Hdt.7.163, X.Mem.2.3.10, E.Andr.626, etc.; also δ. ὅπως λάθω E.IT995; μὴ δείσητε ὡς οὐχ ἡδέως καθευδήσετε X. Cyr.6.2.30.    4 c. inf., fear to do, δεῖσαν δ' ὑποδέχθαι Il.7.93, Th.1.136: c. acc. et inf., δ. νέμεσιν ἔσεσθαι Od.22.40; θανεῖν σε δείσας E. Ion1564: c. inf. Pass., οὐκ ἐδεδίεσαν βασανισθῆναι Lys.13.27.    5 c. acc., fear, dread, Δία Od.14.389; σημάντορας ib.4.431, etc.; τὸ σὸν πρόσωπον S.OT448; τοὺς γονέας Pl.R.562e; coupled with φοβοῦμαι, τοὺς Ἀθηναίους ἡγούμενοι ἅπερ ἐδεδίεσαν φοβεῖσθαι Th.4.117; οὐδὲ δέδοικα οὐδὲ φοβοῦμαι τὸν μέλλοντα ἀγῶνα D.21.200, cf. Isoc.12.48, Pl.Euthphr.12b, 12c.    6 part. pf., τὸ δεδιός one's fearing, much like δέος, Th.1.36.    7 flee from, c. acc. (by assimilation to φοβήσομαι), Il.22.251.

German (Pape)

[Seite 535] fürchten; Wurzel δι (oder δFι? Vgl. ἔδδεισεν), Curtius Grundzüge der Griech. Etymol. 1, 201. 2, 193. 225. 226. Praes. δείδω Hom. Iliad. 11, 470. 13, 745 u. sonst; δείδετε Simon. 56 (IX, 147); δείδομεν Dion. Hal. 6, 32; gew. perf. mit Präsensbdtg δέδοικα u. δέδια, ep. δείδοικα, δείδια, δεδίασιν Il. 24, 663; δειδιότα, δειδιότες, δειδιότων, δειδιότας Homer, δειδιότες Theocr. 22, 93, der auch ein praes. δεδοίκω hat, 15, 58; att. finden sich bes. δέδοικα, δέδιμεν, δεδίασιν, conj. δεδίω, z. B. δεδίῃ Xen. Ath. 1, 11; imprt. δέδιθι, δέδιτε, Thuc. 4, 126; ep. δείδιθι Il. 5, 827, Nic. Al. 443 δείδιθι, u. δείδιε Qu. Sm. 7, 298. 305; δείδιε als impf. Il. 18, 34. 24, 358; ἐδείδιε Qu. Sm. 10, 450 u. Nonn.; ἐδείδιον Qu. Sm. 5, 282; inf. δεδιέναι und δεδοικέναι; δεδιυῖα Eubul. B. A. 90 u. Phaed. 254 e; δειδυῖα Ap. Rh. 3, 753; ἐδέδισαν Plat. Leg III, 685 c; ἐδεδοίκεσαν; ἐδεδίεσαν, was Phryn. 180 tadelt, findet sich Thuc. 4, 55 Xen. An. 5, 6, 36 u. oft; opt. δεδιείη Plat. Phaedr. 251 a; fut. δείσομαι Aristid. 2 p. 168; δείσεται Iliad. 20, 130, δείσεσθαι 15, 299; auch δείσω; aor. ἔδεισα, ep. ἔδδεισα; – sich fürchten, besorgen, vgl. φοβέομαι; absolut z. B. Odyss. 14, 60 ἡ γὰρ δμώων δίκη ἐστὶν αἰεὶ δειδιότων, ὅτ' ἐπικρατέωσιν ἄνακτες οἱ νέοι; gew. folgt μή, Il. 22. 455; Soph. Ant. 1100; Her. 4, 97; Thuc. 2, 76 u. sonst; ὅπως μή Soph. O. R. 1074; Ar. Equ. 112; Dem. 8, 53; vgl. τὴν θεὸν ὅπως λάθω, δέδοικα Eur. I. T. 995. Seltener c. inf, sich scheuen, Bedenken tragen, Il. 7, 93; Thuc. 1, 136; Eur. Ion 1564; Plat. Crat. 407 b. – Auch περὶ ἑωυτοῦ, μή –, Her. 3, 30; vgl. Plat. Prot. 320 a; Thuc. 7, 74; ὅσσον ἐμῇ κεφαλῇ περὶ δείδια, μή τι πάθῃσιν Il. 17, 242, var. lect. πέρι δείδια, s. Scholl., Bekker περιδείδια; Iliad. 10, 240 ἔδδεισεν δὲ περὶ ξανθῷ Μενελάῳ; περὶ τοῖς Ἕλλησιν, μή Her. 7, 163; ἀμφί τινι, Aesch. Prom. 182, besorgt sein; ὑπέρ τινος Thuc. 1, 75; ἐκ τῶν ὕπνων, in Folge eines Traumes, Pol. 5, 52; τῷ θορύβῳ, durch den Lärmen erschreckt werden, Plut. Dem. 9; – c. acc., fürchten, scheuen, von Hom. an häufig; τοὺς θεούς, fromme Ehrfurcht haben; Odyss. 14, 389 Δία ξένιον δείσας; accus. u. accus. c. infin. neben einander Odyss. 22, 39 οὔτε θεοὺς δείσαντες, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν, οὔτε τιν' ἀνθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν ἔσεσθαι; mit doppeltem accusat. Iliad. 5, 827 μήτε σύ γ' Ἄρηα τό γε δείδιθι μήτε τιν' ἄλλον

French (Bailly abrégé)

impf. inus., f. δείσομαι, ao. ἔδεισα, pf. au sens du prés. δέδοικα ou δέδια, pqp. ἐδεδίειν;
1 craindre, avoir peur, acc. ; avec ὅπως μή (lat. vereor ne), ou simpl. avec μή, craindre que… ne ; avec ὡς ou ὅπως, si δείδω est précédé d’une nég. : μὴ δείσῃς ποθ’ ὡς ὄψεται SOPH ne va pas craindre qu’elle voie ; avec μὴ οὐ (lat. vereor ne non) craindre que… ne pas ; rar. ὡς οὐ avec l’ind. ; dans ces diverses construct. le sujet de la prop. commenç. par μή devient souv. le rég. de δείδω (prolepse) : δεδιότες τοὺς Συρακοσίους μὴ περιγένωνται THC craignant que les Syracusains ne l’emportassent ; ὃν δέδοικ’ ἐγὼ μή μοι βεβήκῃ SOPH je crains bien qu’il ne soit parti pour moi (qu’il ne soit mort) ; subst. part. pf. τὸ δεδιός THC la crainte;
2 craindre, révérer.
Étymologie: p. *δεδϜίω, de la R. ΔϜι, craindre.

English (Autenrieth)

(root δϝι), fut. δείσομαι, aor. ἔδεισα (ἔδϝεισα, hence often --u), perf. δείδοικα and δείδια, δείδιμεν, imp. δείδιθι, plup. ἐδείδιμεν, and (as if ipf.) δείδιε: stand in awe of, dread, fear, trans. or intrans.; Δία ξένιον δείσᾶς, Od. 14.389; ὅ πού τις νῶι τίει καὶ δείδεε θῦμῷ, Od. 16.306; often in the ordinary sense of fearing, ὣς ἔφατ, ἔδϝεισεν δ' ὁ γέρων, Il. 1.33.

English (Slater)

δείδω
   1 fear “ὑπερφιάλου ἁγεμόνος δείσαντες ὕβριν” (P. 4.112) εὐθὺς δ' ἀπανάνατο νύμφαν ξεινίου πατρὸς χόλον δείσαις (sc. Πηλεύς) (N. 5.34) ἄπιστά μοι δέδοικα κα[ Πα. 7B. 45.

Spanish (DGE)

• Morfología: pres. ind. 1a plu. δείδιμεν Call.Del.220, inf. δειδέμεν Orph.L.340, part. fem. δειδιόωσα Io.Gaz.2.248; fut. δείσομαι Il.15.299, tard. δείσω Q.S.4.36; aor. ind. ἔδδεισα Hes.Fr.33(a).28, Call.Dian.51, tem. sin aum. δίον Il.22.251, δίε Il.5.566; perf. δείδια Il.13.49, δέδια A.Pr.182, S.OC 1469, imperat. δείδῐθι Il.5.827, δέδῐθι Ar.Eq.230, δείδιχθι Nic.Al.443, δέδιχθι Babr.75.2, part. fem. δειδυῖα A.R.3.753, perf. en grado o c. -κ: δείδοικα Il.1.555, δέδοικα Thgn.39, A.Pers.751; plusperf. δείδιε Il.18.34, tard. ἐδείδιον Q.S.10.450, Nonn.D.2.608; cf. δεδοίκω
perf. interpr. como pres.
I intr.
1 tener miedo, esp. part. lleno de temor, atemorizado Θέτις δ' ὑπεδέξατο κόλπῳ δειδιότα Tetis lo acogió lleno de temor en su seno, Il.6.137, cf. 20.45, πάντες ... δειδιότες Il.24.384, δμώων ... δεδιότων Od.14.60, ἰχθύες ... δειδιότες Il.21.24, πλῆθος δεδιός Th.2.11, τὴν ψυχὴν αἰδουμένην τε καὶ δεδιυῖαν ἕπεσθαι Pl.Phdr.254e, δεδοικότες υἱοί LXX Is.60.14, οἱ πάροντες, καίπερ δεδιότες Eun.VS 481, οἱ δεδιότες los medrosos Philostr.VS 519, cf. Vett.Val.73.20
part. neutr. subst. τὸ δεδιός temor, miedo γνώτω τὸ μὲν δεδιὸς αὐτοῦ ... τοὺς ἐναντίους μᾶλλον φοβῆσον sepa que su propio miedo infundirá más temor a los adversarios Th.1.36
c. ac. de rel. o dat. φρένα ναῦται δειδιότες Il.15.628, φρενὶ δειδιόωσα Io.Gaz.2.248
gener. temer, tener miedo δέδοικ' ἔγωγε S.Ph.1268, cf. E.El.1114, ἵν' φυλάττωνται καὶ δεδίωσιν Isoc.4.156, μὴ δέδιθι Ar.Eq.l.c., cf. Babr.l.c., ἂν γλαῦξ ἀνακράγῃ, δεδοίκαμεν Men.Fr.620.11, cf. Cith.48
tb. en fut. οὐ μὰν δείσουσι λιλαιόμενοι ... χάρμης Q.S.4.36.
2 tener miedo, temer, estar preocupado por
a) c. περί o ὑπέρ y dat. o gen. ἔδεισεν δὲ περὶ ... Μενελάῳ Il.10.240, περὶ σφετέροισι τέκεσσι δειδιότες Hes.Sc.248, δείσαντα περὶ τῇ στρατιῇ Hdt.7.212, δείσασ' ᾧ περὶ παιδί h.Cer.246, cf. Philostr.VS 534, δεδοικὼς τῆς τυραννίδος πέρι temiendo por su propio poder E.Supp.446, ἐδείσατε ὑπὲρ ὑμῶν Th.1.74;
b) c. dat. de causa tener miedo por, de τῷ θορύβῳ Plu.Dem.9
c. giro prep. δέδια δ' ἀμφὶ σαῖς τύχαις A.Pr.182, διὰ τὴν τῶν προσιόντων ἔφοδον Plb.5.52.13.
3 en aor. asustarse ἔδεισεν δ' ὁ γέρων Il.1.33, 24.571, 689, cf. 1.568, Od.10.219, 13.184, ὑπὸ τρόμος εἷλεν Ἀχαιοὺς ... δείσαντας Il.5.863, δεῖσε δ' ὅ γ' ἐν θυμῷ Il.8.138, cf. 24.672, Od.16.331, ἡμεῖς δὲ δείσαντες ἀπεσσύμεθ' ἐς μυχὸν ἄντρου Od.9.236, cf. S.OT 11, 1414, δείσας οἴχετο φεύγων Hdt.1.157, αἱ νύμφαι ἔδδεισαν Call.Dian.51, cf. SHell.250.11, Fr.384.37, Arist.PA 679a6, 26, tb. de anim. μὴ τὼ μὲν δείσαντε ματήσετον no sea que espantándose se desboquen los dos, Il.5.233, ὁ λέων δείσας ὥρμησε φεύγειν Babr.1.10.
II tr.
1 en perf. temer a, en aor. frec. asustarse de
a) c. ac. de animados: hombres y dioses τὸν μὲν ἐγὼ δείδοικα Il.24.435, αἴ κέν πως ἐμέ τε δείσῃ Il.24.116, Ἀχιλῆα ... ἐδείδιμεν Il.6.99, Δία ξένιον δείσας Od.14.389, ἔδδεισε ... παῖδα Hes.Fr.33a.28, οὔτε θεοὺς δείσαντες Od.22.39, (Νέμεσις) ἣν πάντες δεδίασι Orph.H.61.5, οὐκ ἔδεισά κω ἄνδρας τοιούτους Hdt.1.153, cf. 4.127, δέδοικ' ἐμαυτόν S.OT 767, Philostr.VS 568, τοὺς φιλεῖν ... βουλομένους δεδοίκατε Ar.Ec.181, βαρβάρους δὲ οὓς νῦν ἀπειρίᾳ δέδιτε Th.4.126, δεδίασιν αὐτόν Ar.Eq.224, cf. Pl.448, 684, ἐδεδίεσαν τὴν στρατιάν X.An.5.6.36, cf. Pl.Lg.685c, δεδιέναι τοὺς γονέας Pl.R.562e, κἀκείνους ... οὐκ ἐδεδίεις D.34.27, ὁ ... δοῦλος σ' ἐδεδοίκει X.Ath.1.11, δεδοικὼς τὸν κύριον LXX Ib.7.2, οἱ τὰς ἐκ τῶν διδασκάλων πληγὰς ... δεδιότες Philostr.VS 536
de anim. δεδιὼς τὰς παραπετομένας μυίας Arist.Pol.1323a29, θῆρας ἐδείδιε Q.S.10.450;
b) c. ac. de abstr. asimilados a la pers. o anim. ἄλλος κέν τις ... δείσειε νόημα Il.7.456, Ζηνὸς ... μῆνιν Il.13.624, cf. Pi.P.4.112, N.5.34, τὴν ὄψιν Hdt.1.107, τὸ σὸν ... πρόσωπον S.OT 448, ὄνομα S.OC 265, τὸ θηλυκόν Eub.141, οὐ χέρα δείδιμεν ἄλλην θηλυτέρην Call.Del.220, τὰς φύσεις ὑμῶν Ar.Pax 607, ταύρων ... μένος A.R.3.753, ὄγκον ἀπειλῆς Nonn.D.35.30, ἀκοήν Eun.VS 460, κίνδυνον PYoutie 30.18 (II d.C.);
c) de la muerte, el más allá θάνατον Hp.Art.37, cf. Pl.Ax.372, Ap.29a, Babr.122.2, Τάρταρον Anacr.36.8, τὴν ἀλληλοφαγίην Hdt.3.25, αἰῶνα E.Io 624, τὸ μέλλον PMasp.312.9 (VI d.C.), de síntomas ἅσσα σὺ μὴ δείδιχθι Nic.Al.l.c.;
d) de abstr. gener. δεδοικὼς μηδέν A.Eu.699, δέδια τόδε S.OC 1469, ἕν σου δέδοικα E.Andr.362, cf. Ba.670, πάντα Ar.V.1091, φόβους E.Supp.548, παράδοξον λόγον Pl.R.472a, τὸν μέλλοντ' ἀγῶνα D.21.200, ἡ φιλοσοφία τὸ πρᾶγμα οὐκ ἔδεισεν Arist.Mu.391a5;
e) circunstancias fís., meteorológicas ὄμβρου κτύπον A.A.1533, ἄμπελε, ... δείδιας ἑσπέριον Πλειάδα δυομέναν; AP 12.138 (Mnasalc.), προχοάς Antag.3.1, ὄφεων ... ἰούς Orph.L.l.c., ὄμβριον ἠχώ Nonn.D.2.608;
f) c. doble ac. de pers. y de abstr. o cosa temer a ... por μήτε σύ γ' Ἄρηα τό γε δείδιθι Il.5.827, μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτε τιν' ἀνδρῶν Il.14.342, μηδέν με δείσῃς Men.Epit.546.
2 c. complet. temer que en perf. y fut., en aor. frec. asustarse de que
a) c. inf. δεῖσαν δ' ὑποδέχθαι Il.7.93, δείσεσθαι Δαναῶν καταδῦναι ὅμιλον Il.15.299, δείσαντες ... νέμεσιν ... ἔσεσθαι Od.22.39, θανεῖν σε δείσας E.Io 1564, δεδιέναι ... ἔχειν αὐτόν Th.1.136, οὐκ ἐδέδισαν βασανισθῆναι Lys.13.27, δέδιεν ἐπὶ τὰ πράγματα ὁρμᾶν Amphis 33.6, Iust.Nou.1.2.1;
b) c. subord. c. μή temer que y subj., de aor. δείδοικα ... μή οἱ ἀπειλὰς ἐκτελέσωσι θεοί Il.9.244, δείδω μὴ οὔ τίς τοι ὑπόσχηται τόδε ἔργον Il.10.39, cf. 11.470, 13.745, 14.44, 19.24, 21.536, Od.4.820, 5.473, 8.230, 12.122, 24.353, δείδοικα ... μή σε παρείπῃ ... Θέτις Il.1.555, δείσας μὴ τέξῃ κρατερώτερον ἄλλο κεραυνοῦ Hes.Fr.343.8, δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα Thgn.l.c., cf. A.Pers.751, Ar.Th.756, οὐ γὰρ ἔδεισά κω μὴ ἑσσωθέωμεν pues nunca he temido que podamos ser derrotados Hdt.4.97, δείσας μὴ ἀναστάτους ποιήσῃ τὰς Σάρδις Hdt.1.155, cf. E.Med.282, δέδι' ... μὴ ... πολεμεῖν ἀναγκασθῶμεν D.14.4, ἐδεδίειν μὴ πα[ραχρ] ῆμα ἀπόλωμαι Hyp.Lyc.6, cf. Arist.Pol.1302b21, δείδια ... μή μοι ἀνακλέψῃς κίθαριν h.Merc.514, δεδοίκαμεν μὴ λάθωμεν Luc.Charid.24
de pres. δείδω μή με ... φέρῃ Od.5.419, ἐδέδισαν μή ποτε αὖθις ξυμφορά τις ... περιτύχῃ Th.4.55, μὴ αὐτὸν ... τύπτῃ δεδιώς Ar.Ec.643, δέδοικα μὴ ... ἐν Αἰγυπτίοις ᾖ Luc.Prom.Es.5
subj. de perf. δέδοικ' ἐγὼ μή μοι βεβήκῃ S.Ph.493
c. opt. aor. δείδιε γὰρ μὴ λαιμὸν ἀπαμήσειε σιδήρῳ Il.18.34, δείσας μή πώς οἱ ἐρυσαίατο νεκρὸν Ἀχαιοί Il.5.298, δείσαντες μὴ τόξον ... ἐντανύσειεν Od.21.286, cf. E.Andr.722, ἐδεδοίκεσαν μὴ ... χειμὼν τὴν φυλακὴν ἐπιλάβοι Th.4.27, cf. X.An.3.5.18.

• Etimología: Formado sobre un ant. perf. δε-δϝοι-α, plu. δείδιμεν; cf., c. otras formaciones, arm. (aor.) erkeay ‘temer’, av. dvaeθā ‘amenaza’, toc. AB - ‘espantar’. En último término, de *du̯ei- < *du̯e-H3- ‘dos’ (cf. δύο), siendo la idea de ‘división’ análoga a la de ‘duda’.

Greek Monolingual

δείδω (Α)
Ι. 1. φοβάμαι
2. ανησυχώ για κάποιον ή για κάτιδέδια ἀμφὶ σαῑς τύχαις»)
3. φοβάμαι μήπως συμβεί (ή μήπως έχει ήδη συμβεί) κάτι κακό (α. «δέδιμεν μὴ οὐ βέβαιοι ἦτε» — φοβόμαστε μήπως δεν είσαστε σταθεροί
θ. «δέδοιχ' ὅπως μὴ... ἀναρρήξει κακά» — φοβάμαι μήπως ξεσπάσουν συμφορές)
4. φοβάμαι, διστάζω να κάνω κάτι («δεῑσαν δ' ὑποδέχθαι»)
II. (το ουδ. μτχ. παρακμ. ως ουσ.) το δεδιός
το δέος, ο φόβος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. δείδω (από παρακμ. δε-δFoı-α) απαντά μόνο στον Όμηρο (στην αρχή στίχου) και στους Αλεξανδρινούς. Αντ' αυτού χρησιμοποιείται ο παρακμ. δέδοικα < δε-δFοι-κα ή δέδια με σημ. ενεστώτα. Ήδη από τον Όμηρο μαρτυρείται τ. δείδοικα. Το ρήμα ανάγεται σε ρίζα δFει- (< ΙE dwei- «φοβάμαι» (το αρχικό δF- πιστοποιείται από το ομηρ. έδδεισε και από το κορινθ. ΔFενίᾱς) και συνδέεται με αρμ. erkncim «φοβάμαι» (αόρ. erkeay και ουσ. erkiwl «φόβος») και, παρά τη μικρή απόκλιση στη σημασία, πιθ. με αβεστ. dvaēθā «απειλή, φοβέρα», λατ. dīrus «μοχθηρός, απαίσιος», αρχ. ινδ. dvesti «μισώ». Υποστηρίχθηκε εξάλλου ότι η δομική ομοιότητα της ρίζας dwei- «φοβάμαι» με τη ρίζα dwei- «δύο» μπορεί να μην είναι συμπτωματική, αλλά να πρόκειται για την ίδια ρίζα. Η ρίζα dwei- δηλ. πιθ. αρχικά να εξέφραζε την έννοια του διττού και περαιτέρω της διαιρέσεως, του διχασμού, της διχογνωμίας άρα και της αμφιβολίας, έννοια η οποία πλησιάζει πολύ προς εκείνη του φόβου].

Greek Monotonic

δείδω: ενεστ. μόνο στο πρώτο πρόσ., δέδοικα ή δέδια που χρησιμ. πάντοτε ως ενεστ. στην Αττ.· μέλ. δείσομαι, αόρ. αʹ ἔδεισα, Επικ. ἔδδεισα, παρακ. με ενεστ. σημασία δέδοικα, Επικ. δείδοικα· επίσης δέδια, Επικ. δείδια I, προστ. δέδῐθι, Επικ. δείδιθι, απαρ. δεδιέναι, Επικ. δειδίμεν (πρέπει να διαχωρίζεται από το αʹ πληθ. οριστ. δείδιμεν)· μτχ. δεδιώς, Επικ. πληθ. δειδιότες· υπερσ. (με σημασία παρατ.) ἐδεδοίκειν, επίσης ἐδεδίειν, Επικ. πληθ. ἐδείδιμεν, ἐδείδισαν, δείδισαν (για τη ρίζα, βλ. δίω), Φοβάμαι, απόλ., σε Όμηρ. κ.λπ.·
1. ακολουθ. από πρόθ., δ. περί τινι, είμαι αναστατωμένος, ανήσυχος για, σχετικά με..., σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.· ἀμφί τινι, περί τινος, ὑπέρ τινος, στους ίδ.· συνοδευόμενο από δευτερεύουσα πρόταση με το μή..., Λατ. vereor ne..., φοβάμαι μήπως..., ακολουθ. από υποτ.· σπανίως με οριστ., δείδω μὴ νημερτέα εἶπεν, σε Ομήρ. Οδ.· δ. μὴ οὐ..., Λατ. vereor ut..., φοβάμαι μήπως δεν..., ακολουθ. από υποτ., σε Ηρόδ. κ.λπ.
2. με απαρ., φοβάμαι να κάνω κάτι, σε Ομήρ. Ιλ., Θουκ.
3. με αιτ., φοβάμαι, τρέμω, σε Όμηρ. κ.λπ.
4. τὸ δεδιός, το αντικείμενο φόβου κάποιου, ο φόβος του, = δέος, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

δείδω: (fut. δείσομαι; aor. ἔδεισα - эп. ἔδδεισα и δεῖσα; преимущ. pf.-praes. δέδοικα и δέδια, ppf. - impf. ἐδεδοίκειν и ἐδεδίειν)
1) бояться, страшиться, пугаться, опасаться (τινά и τι Thuc., Arph., Dem., Arst., Plut., περί τινι Hom., ἀμφί τινι Aesch., περί τινος Xen., Eur. и ὑπέρ τινος Thuc.): ταῦτα τοὺς Ἀθηναίους ἡγούμενοι, ἅπερ ἔδεισαν, φοβεῖσθαι Thuc. полагая, что афиняне испытывают страх перед тем, чего они (и в самом деле) боялись; δείσαντες ἐκ τῶν ὕπνων Polyb. в испуге проснувшись; θανεῖν σε δείσας Eur. боясь твоей смерти; δέδοιχ᾽ ὅπως μὴ ἀναρρήξῃ κακά Soph. боюсь, как бы не стряслись беды; δέδοικα μὴ οὐκ ἔχω ἐγὼ τοσαύτην σοφίαν, ὥστε … Xen. боюсь, что у меня не хватит умения, чтобы …; δεδιως μὴ κακόνους δόξειεν Thuc. боясь показаться недоброжелателем;
2) благоговейно чтить, почитать (θεούς, σημάντορας Hom.; γονέας Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δείδω ep. indic. perf. act. 1 sing van*δίω.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: fear (Il.)
Other forms: old perfect < *δέ-δϜοι-α; plur. δείδιμεν < *δέ-δϜι-μεν, with new sing. δείδια (Il.; Debrunner Mus. Helv. 3, 44f.), Att. δέδιμεν, δέδια; new perfect δείδοικα, Att. δέδοικα < *δέ-δϜοι-κα (doubtful δεδροικώς [for δεδϜοι-] <δε>δοικώς H.?), with new present δεδοίκω, fut. δεδοικήσω (Sicily); sigmatic aorist δεῖσαι (Il.) < *δϜεῖ-σαι (ἔδδεισε < *ἔ-δϜει-σε), themat. root aor. in περὶ γὰρ δίε (Ε 566 etc.) and δίον (Χ 251) < *δϜί-ε, -ον (Il.); see on δίεμαι; fut. δείσομαι (Il.). - S. Schwyzer 769, 774, 782.
Derivatives: To δείδω: δειδ-ήμων (Γ 56, Nonn.) after the adj. in -ήμων (δαή-μων etc.). To δεῖσαι: δεισίλος δειλός H.; to δέδοικα : δεδείκελον ἀεὶ φοβούμενον, δειλόν H. - Express. deverb. δειδίσσομαι (ep.), Att. δεδίττομαι, aor. δειδίξασθαι, δεδίξασθαι be frightened, first < *δεδϜικι̯ομαι unless analogical after the verbs in *-(ί)σσω. Innovation after the σκ-verbs δεδίσκομαι (Ar.). - δέος, δεῖμα, δειλός, δεινός s.s.vv.
Origin: IE [Indo-European] [227] *duei- fear
Etymology: The comparison with Arm. erknč̣im etc. fear is rejected by Kortlandt AAL 10 (1989) 43-52. From Iranian here Av. dvaēʮā threat. With s- and different meaning Skt. dvéṣṭi hate. Further perhaps Lat. dīrus fearful (if dialectal from *du̯ei-ros). - Further to δίς, δύω s. Benveniste Word 10, 254f.

Middle Liddell

[For the Root, v. δίω.] [plup. in imperf. sense ἐδεδοίκειν [pres. δείδω only in first pers., δέδοικα or δέδια being always used as pres. in attic.]
1. to fear, absol., Hom., etc.; foll. by a prep., δ. περί τινι to be alarmed, anxious about… , Il., attic; ἀμφί τινι, περί τινος, ὑπέρ τινος Il.:—followed by a relat. clause with μή… , Lat. vereor ne… , I fear it is… , followed by subj.; rarely by ind., δείδω μὴ νημερτέα εἶπεν Od.; δ. μὴ οὐ… , Lat. vereor ut… , I fear it is not… , foll. by subj., Hdt., etc.
2. c. inf. to fear to do, Il., Thuc.
3. c. acc. to fear, dread, Hom., etc.
4. τὸ δεδιός, one's fearing, = δέος, Thuc.

Frisk Etymology German

δείδω: {deídō}
Forms: altes Perfekt aus *δέδϝοια; Plur. δείδιμεν aus *δέδϝιμεν, wozu ein neuer Sing. δείδια (Hom.; zur Erklärung Debrunner Mus. Helv. 3, 44f.), att. δέδιμεν, δέδια; daneben ein neues Perfekt δείδοικα, att. δέδοικα aus *δέδϝοικα (Spur davon in δεδροικώς [für δεδϝοι-]· <δε>δοικώς H.?), wozu ein neues Präsens δεδοίκω, Fut. δεδοικήσω (Sizilien); sigmatischer Aorist δε ῖσαι (seit Il.) aus *δϝεῖσαι (ἔδδεισε = *ἔδϝεισε), themat. Wurzelaor. wahrscheinlich in περὶ γὰρ δίε (Ε 566 usw.) und δίον (Χ 251) aus *δϝίε, -ον (Hom.); vgl. zu δίεμαι; Fut. δείσομαι (seit Il.); altes Präsens fehlt. — Einzelheiten bei Schwyzer 769, 774, 782 usw.
Grammar: v.
Meaning: ‘(sich) fürchten’ (Hom.),
Derivative: Mehrere Nominalbildungen, die aber infolge der Lautentwicklung größtenteils gegenüber dem Verb eine selbständige Stellung behaupten. Zu δείδω wurde immerhin δειδήμων (Γ 56, Nonn.) nach den Adj. auf -ήμων (δαήμων usw.) neugebildet; der Umweg über *δεδϝειήμων (Schulze Q. 249) ist entbehrlich. Zu δεῖσαι außerdem δεισίλος· δειλός H.; zu δέδοικα : δεδείκελον· ἀεὶ φοβούμενον, δειλόν H. — Vgl. noch δέος, δεῖμα, δειλός, δεινός (s.vv.). — Expressives Deverbativum: δειδίσσομαι (ep.), att. δεδίττομαι, Aor. δειδίξασθαι, δεδίξασθαι schrecken, erschrecken, zunächst aus *δεδϝικι̯ομαι, falls nicht einfach Analogiebildung nach den Verba auf *(ί)σσω; schwerlich zu der unbelegten Schwundstufe von *δέδϝοικα. Neubildung nach den σκ-Verba δεδίσκομαι (Ar.).
Etymology : Zu vergleichen ist in erster Linie das synonyme arm. erknč̣im, Aor. erkeay fürchten mit dem Verbalabstraktum erkiwl Furcht. Auf idg. *du̯(e)i(s)- zurückführbar kann erke-ay zu *δϝεῖσαι genau stimmen. Das Präsens erknč̣im gehört zu einem ziemlich zahlreich vertretenen Typus mit infigiertem Nasal und suffixalem č̣, das auf eine Kombination sḱ-- zurückzugehen scheint; theoretische Grundform somit *du̯i-n-sḱ--. Die allgemeine Ähnlichkeit mit δεδίττομαι, δεδίσκομαι wird zufällig sein. Aus dem Iranischen gehört hierher das isolierte aw. dvaēϑā Bedrohung; in Betracht kommen ferner lat. dīrus unheilvoll, grausig, falls mundartliche Entwicklung aus *du̯ei-ros; mit s-Erweiterung und abweichender Bedeutung aind. dvéṣṭi hassen. — Über den oft erwogenen weiteren Zusammenhang mit δίς, δύω s. zuletzt Benveniste Word 10, 254f.; ältere Lit. bei WP. 1, 816f., W.-Hofmann s. dīrus.
Page 1,354-355