Open main menu

LSJ β

δερμικός

Greek Monolingual

-ή, -ό
όποιος ανήκει ή αναφέρεται στο δέρμα (α. «δερμικός ιστός» β. «δερμικοί σχηματισμοί» — το σύνολο τών οργάνων —τρίχες, λέπια, νύχια κ.λπ.— που παράγονται από το δέρμα).