Open main menu

LSJ β

διήγηση

Greek Monolingual

η (AM διήγησις) διηγούμαι
αφήγηση, εξιστόρηση
αρχ.
(ρητ.) το κύριο μέρος του ρητορικού λόγου όπου εκτίθεται το θέμα του λόγου.