Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαβατήρια

Revision as of 20:55, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1a)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: διαβᾰτήρια Medium diacritics: διαβατήρια Low diacritics: διαβατήρια Capitals: ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ
Transliteration A: diabatḗria Transliteration B: diabatēria Transliteration C: diavatiria Beta Code: diabath/ria

English (LSJ)

(sc. ἱερά), τά,

   A offerings before crossing the border, τὰ δ. προὐχώρει, τὰ δ. ἐγένετο, they were favourable, Th.5.54, 55, cf. X.HG4.7.2; also, for crossing a river, ἔθυσε τῷ Εὐφράτῃ ταῦρον δ. Plu.Luc.24; τὰ δ. δνσχερέστατα ἐγένετο D.C.40.18: also masc., Ζεὺς διαβατήριος Ctes.Fr.29.17.    II Jewish Passover, Ph.2.292, al.

Greek (Liddell-Scott)

διαβατήρια: (ἐνν. ἱερά), τά, θυσίαι γινόμεναι πρὶν διαβῇ τις τὰ σύνορα, τά δ. προὐχώρει, τὰ δ. ἐγένετο, ἦσαν εὐνοϊκά, Λατ. addicebant, Θουκ. 5. 54, 55, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 4.7, 2· ὡσαύτως πρὶν διαβῇ τις ποταμόν, Πλούτ. Λουκ. 24. ΙΙ. τὸ πάσχα. Φίλων 2. 292.

French (Bailly abrégé)

ων (τά) :
s.e. ἱερά;
sacrifice pour obtenir une heureuse traversée, ou en gén. un résultat favorable dans une expédition.
Étymologie: διαβαίνω.

Greek Monotonic

διαβατήρια: (ενν. ἱερά), τά, θυσίες που πραγματοποιούνται πριν διαβεί κάποιος τα σύνορα· τὰ δ. προὐχώρει, τὰ δ. ἐγένετο, ήταν ευνοϊκά, σε Θουκ., Ξεν.

Middle Liddell


sc. ἱερά, τά offerings before crossing the border, τὰ δ. προὐχώρει, τὰ δ. ἐγένετο they were favourable, Thuc., Xen.