Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διακίνηση

Revision as of 07:03, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (9)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α διακίνησις)
νεοελλ.
1. παραλαβή, μεταφορά και διανομή εμπορευμάτων, επιβατών κ.λπ.
2. το τελευταίο στάδιο της πρόφασης, της πρώτης φάσης της μειωτικής διαίρεσης του κυττάρου
αρχ.
1. περίπατος αναψυχής
2. εξάρθρωση.