Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διχοτομώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM διχοτομῶ, -έω)
χωρίζω σε δύο ίσα μέρη
αρχ.-μσν.
τιμωρώ αυστηρότατα
μσν.
κόβω στα δύο, σπαράσσω
αρχ.
διαιρώ σε δύο κατηγορίες.