Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δοχμή

Revision as of 13:50, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1ab)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δοχμή Medium diacritics: δοχμή Low diacritics: δοχμή Capitals: ΔΟΧΜΗ
Transliteration A: dochmḗ Transliteration B: dochmē Transliteration C: dochmi Beta Code: doxmh/

English (LSJ)

or δόχμη, ἡ, (δέχομαι)

   A space contained in a hand's breadth, Cratin.350, Ar.Eq.318, Com.Adesp.571, Scyl.112: expld. as, = παλαιστή, Sch.Ar. ad loc.; but also as, = σπιθαμή, Phot. s. h. v.; Hsch. and Suid. give both senses. (On the accent, v. Ael.Dion.Fr.136, Poll.2.157.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 663] ἡ (δέχομαι), ein Längenmaaß, Ar. Equ. 318, so weit man mit ausgespreizter Hand zwischen dem Daumen u. dem kleinen Finger fassen kann, wie Phot. lex. aus Cratin. (wo δόχμη steht) es σπιθαμή erkl., u. E. M. τὸ δεκτικὸν τῆς χειρός; Schol. Ar. erkl. παλαιστή, u. Poll. 2, 157 τοὺς τέσσαρας δακτύλους συγκλεισθέντας, also eine Breite von vier Fingern.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
palme, mesure de la largeur d’un travers de main.
Étymologie: δοχμός.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): δόχμη Cratin.441
metrol. palmo o medida de cuatro dedos δέρμα μοχθηροῦ βοὸς ... μεῖζον ἦν δυοῖν δοχμαῖν Ar.Eq.318, οὗτοι δ' ἀφεστήκασι πλεῖν ἢ δύο δοχμά Ar.Fr.959, cf. Cratin.l.c., ἔστι δὲ τὸ φῦκος τῆς δοχμῆς τὸ πλάτος Scyl.Per.112
sobre la doble acentuación y el uso át. frente a σπιθαμή Ael.Dion.δ 30, Moer.δ 41, Poll.2.157, Hsch.δ 2283.

Greek Monolingual

δοχμή και δόχμη, η (Α)
1. διάστημα που μετριέται με το πλάτος του χεριού, σπιθαμή, παλάμη
2. αυτό που περιέχεται σε μια παλάμη.

Greek Monotonic

δοχμή: ή δόχμη, ἡ (δέχομαι), διάστημα που περιέχεται ή μετριέται με το πλάτος της παλάμης, ίδιο με το παλαιστή, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

δοχμή: ἡ дохма (ширина ладони; мера длины = 77.1 мм, то же, что παλαιστή Arph.).

Middle Liddell

n n δέχομαι
the space contained in a hand's breadth, the same as παλαστή, Ar.