Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δούπος

Revision as of 07:05, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (9)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae

Greek Monolingual

ο (AM δούπος)
βαρύς, υπόκωφος χτύπος, γδούπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δούπος φέρει την ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας deup- και το παράγωγο ρήμα δουπώ είναι επιτατικός σχηματισμός (πρβλ. βρομώ - βρόμος). Συνδέεται πιθ. με βαλτοσλαβικές λέξεις, πρβλ. λεττ. dupeties, σερβ. dupiti, με την ίδια περίπου σημασία. Ως β' συνθετικό εμφανίζεται με τη μορφή -γδούπος (βλ. και λ. γδούπος), όπου το συμφωνικό σύμπλεγμα -γδ- θεωρείται εκφραστικό (πρβλ. και τα σημασιολογικώς συγγενή κτύπος, κτυπώ)].