Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δράση

Revision as of 07:05, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (9)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM δρᾱσις)
1. πράξη, ενέργεια
2. η επενέργεια φυσικής ή ηθικής δύναμης
νεοελλ.
1. το σύνολο τών ενεργειών ενός προσώπου σε κάποιο πεδίο
2. ο ενεργός βίος ενός ανθρώπου
3. λογοτ. η ύπαρξη εναλλασσόμενων καταστάσεων, αλληλουχία γεγονότων, περιπετειών, αντιθέσεων κ.λπ., ώστε να διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή ή του αναγνώστη
4. φρ. α) «κοινωνική δράση» — η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο
β) «φιλανθρωπική δράση» — η προσφορά σε πάσχοντες και φτωχούς
γ) «εθνική δράση» — η προσφορά προς το έθνος
δ) «τρομοκρατική δράση» — η συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες
αρχ.
1. η ιδιότητα τών ενεργητικών ρημάτων
2. θυσία (κατά τον Ησύχιο).
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δρᾶ- (βλ. λ. δρω)].