Open main menu

LSJ β

είσπραξη

Greek Monolingual

η (AM εἴσπραξις)
συγκέντρωση, παραλαβή οφειλόμενων χρημάτων ή φόρων («είσπραξη σε είδος»)
νεοελλ.
το ποσό τών χρημάτων που εισπράχθηκαν («μέτρησε την είσπραξη»)
μσν.
συνέπεια ενός κακού, τιμωρία
αρχ.
στρατολογία.