Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγκαθίδρυση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Μ ἐγκαθίδρυσις)
1. εγκατάσταση, τοποθέτηση
2. (για πολιτεύματα, θεσμούς κ.λπ.) το να τεθεί σε ισχύ ή λειτουργίαεγκαθίδρυση δικτατορίας»).