Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκατό

Revision as of 11:30, 14 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<i>τα [[" to "τα [[")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

οι, τα (AM ἑκατόν, οι, αι, τα
Α και αρκαδικός τύπος ἑκατόν)
1. απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει την ποσότητα τών δέκα δεκάδων
2. στρογγυλός αριθμός που εκφράζει αόριστο πλήθος ή μεγάλο αριθμό
νεοελλ.
1. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατό
το εκατοστό έτος της ηλικίας («ο παππούς έφτασε τα εκατό»)
2. φρ. α) «εκατό φορές σού φώναξα», «εκατό φορές περιμένω» — επανειλημμένως
β) «επί τοις εκατόν ή τοις εκατόν» — επίρρ. που δηλώνει το επιτόκιο
γ) «το εκατό μετά Χριστόν» — το εκατοστό έτος μετά Χριστόν
αρχ.
(στους Καρχηδονίους) η αρχή τών εκατό και τεσσάρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ αθροιστικό τ. dkmt-om < IE dekmt- «δέκα» (πρβλ. αρχ. ινδ. śatam, αβεστ. sat∂m, τοχ. Β΄ kannte, αρχ. σλαβ. sŭto κ.ά.). Το επίθημα -om οδήγησε στην υπόθεση ότι πρόκειται για τακτικό αριθμητικό, ενώ το αρχικό ε- που απαντά κυρίως στην Ελληνική προήλθε πιθ. από α- (με ανομοίωση ή με επίδραση του εἷς) που ανάγεται σε IE sm- (πρβλ. άπαξ). Κατ' άλλους, ο τ. εκατόν προήλθε από τον συνδυασμό τών ἓν κατόν < IE sem kmtom «ένα εκατό» (πρβλ. τετρα-κάτ-ιοι και σύγχρ. αγγλ. one hundred).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) εκατογκέφαλος, εκατόγχειρ(-ος)
αρχ.
εκατόγγυιος, εκατογκάρανος, εκατογκεφάλας, εκατόγκρανος, εκατόγκρηπις, εκατόζυγος, εκατόμπεδος, εκατόμπηχυς, εκατόμπολις, εκατόμπους, εκατομπτολίεθρος, εκατόμπυλος, εκατομφόνια, εκατονδεκάρουρος, εκατόνζυγος, εκατόνσεμνον μσν.-νεοελλ. εκατόλογα
νεοελλ.
εκατό(γ)γραμμο, εκατόλιτρο, εκατόμμετρο, εκατομμύριο, εκατό(μ)φυλλο, εκατονθήμερο].