Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ελαστικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό
Ι. 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να εκτείνεται και να μπορεί να επανέλθει στις αρχικές του διαστάσεις
2. (για κίνηση, βάδισμα κ.λπ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από ελαφράδα και ευκινησίαελαστικό βάδισμα, ελαστικό πήδημα»)
3. εκείνος που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής αυστηρότητας και σταθερότητας («ελαστική συνείδηση», «ελαστική διαγωγή»)
4. όποιος προσαρμόζεται εύκολα στην εκάστοτε κατάσταση που επικρατεί
II. το ουδ. ως ουσ. το ελαστικό
1. (ελαστικό κόμμι) λάστιχο, καουτσούκ
2. ταινία υφάσματος, συνυφασμένη με νήματα από κόμμι ώστε να έχει ελαστικότητα
3. πληθ. τα ελαστικά, (ελαστικά αυτοκινήτων)
τα επίσωτρα, τα λάστιχα τών τροχών του αυτοκινήτου.