Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ελαφρότητα

Revision as of 06:29, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (11)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και ελαφρότη, η (ΑΜ ἐλαφρότης)
η ιδιότητα του ελαφρού
μσν.- νεοελλ.
1. έλλειψη σοβαρότητας, επιπολαιότητα
2. (για γυναίκα) επιλήψιμη διαγωγή
αρχ.
ευκινησία.