Open main menu

LSJ β

εμβολιασμός

Greek Monolingual

ο
1. η εισαγωγή εμβολίου στον οργανισμό για την πρόκληση ανοσίας ή την ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού εναντίον νόσου
2. (για δέντρα) ενοφθαλμισμός, κέντρωμα
3. έντεχνη μετάδοση ιδεών και αντιλήψεων σε κάποιον.