Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμπιστοσύνη

Revision as of 06:39, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (11)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η
1. το να υπάρχει πίστη σε κάποιον ή κάτι, βεβαιότητα για την ειλικρίνεια, την αλήθεια ή την ορθότητα
2. εγγύηση
3. ασφάλεια
4. φρ. «κατάχρηση εμπιστοσύνης» — το αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αφαιρεί κινητές αξίες ή παραβαίνει καθήκοντα τών οποίων του έχει ανατεθεί η φύλαξη ή η άσκηση
5. φρ. «ψήφος εμπιστοσύνης» — η ψήφος τών βουλευτών με την έννοια ότι εγκρίνουν το κυβερνητικό πρόγραμμα και στηρίζουν την κυβέρνηση.