Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενότητα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἑνότης) [[εις, ενός]]
το να αποτελούν πολλά πρόσωπα ή πράγματα ένα ενιαίο σύνολο
νεοελλ.
1. λογική ακολουθία
2. συντονισμός
3. λογοτ. η ιδιότητα ενός καλλιτεχνικού έργου να παρουσιάζει με ξεχωριστά στοιχεία ένα ενιαίο και αρμονικό όλο
4. τμήμα λογοτεχνικού έργου, βιβλίου, εκδηλώσεων κ.λπ. το οποίο παρά τη στενή σύνδεσή του με τα λοιπά μέρη έχει δικά του γνωρίσματα και ολοκληρωμένη μορφή
μσν.
1. η αφηρημένη έννοια του ενός
2. ένωση, συνένωση
3. η ενιαία φύση.